Σάββατο, 4 Απριλίου 2015

5 Ἀπριλίου 2015 - Κυριακὴ τῶν Βαΐων

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ
Ἀ­ριθ­μὸς 14
5 Ἀ­πρι­λί­ου 2015
Κυ­ρια­κὴ τῶν Βα­ΐ­ων
(Φι­λιπ. δ΄ 4-9)

«Καί ἡ εἰ­ρή­νη τοῦ Θε­οῦ φρου­ρή­σει τάς καρ­δί­ας ὑ­μῶν ἐν Χρι­στῷ Ἰ­η­σοῦ»(Φι­λιπ., δ΄ 7).

Ὅ­σοι ἄν­θρω­ποι ἔ­ζη­σαν τή φρί­κη τοῦ πο­λέ­μου μέ ὅ­λα τά ἐ­πα­κό­λου­θά του, πεῖ­να, ἀρ­ρώ­στια, ἐ­ρή­μω­ση, θά­να­το, ἀ­νεί­πω­τη δυ­στυ­χί­α, μπο­ροῦν νά κα­τα­λά­βουν τί ση­μαί­νει εἰ­ρή­νη. Καμ­μί­α ἄλ­λη λέ­ξη δέν ἀ­κού­γε­ται συ­χνό­τε­ρα ἀ­πό τά χεί­λη τῶν ἀν­θρώ­πων, μι­κρῶν καί με­γά­λων. Οἱ δι­πλω­μά­τες τῶν με­γά­λων κυ­ρί­ως κρα­τῶν ἔ­χουν συ­νε­χῶς στά χεί­λη τήν εἰ­ρή­νη ἀλ­λά στήν καρ­διά τόν πό­λε­μο. Μέ ποι­ό τρό­πο θά ὑ­πε­ρι­σχύ­σει ὁ ἕ­νας τοῦ ἄλ­λου. Ἡ ρή­ση «ὅ­ποι­ος θέ­λει εἰ­ρή­νη πρέ­πει νά ἑ­τοι­μά­ζε­ται γιά πό­λε­μο» εἶ­ναι ἡ κυ­ρί­αρ­χη στά μυα­λά τῶν ἀν­θρώ­πων, ἀλ­λά εἶ­ναι με­γά­λο λά­θος.

Ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος, ἀ­δελ­φοί μου, σή­με­ρα Κυ­ρια­κή τῶν Βα­ΐ­ων, πού ἑ­ορ­τά­ζου­με τήν θρι­αμ­βευ­τι­κή εἴ­σο­δο τοῦ Κυ­ρί­ου στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα, ὑ­πό­σχε­ται καί εὔ­χε­ται στούς Φι­λιπ­πη­σί­ους καί σέ ὅ­λους τοὺς χρι­στια­νούς πώς, ἄν μεί­νουν ἑ­νω­μέ­νοι μέ τόν Χρι­στό μας, θά ἀ­πο­κτή­σουν τήν εἰ­ρή­νη Του. Αὐ­τή ἡ εἰ­ρή­νη τοῦ Θε­οῦ ἀ­πέ­χει πο­λύ ἀ­πό τήν εἰ­ρή­νη τῶν ἀν­θρώ­πων. Λί­γες ὧ­ρες πρίν ἀ­πό τό σταυ­ρι­κό Του θά­να­το εἶ­πε στούς μα­θη­τές Του «εἰ­ρή­νην ἀ­φί­η­μι ὑ­μῖν, εἰ­ρή­νην τὴν ἐ­μὴν δί­δω­μι ὑ­μῖν· οὐ κα­θὼς ὁ κό­σμος δί­δω­σιν, ἐ­γὼ δί­δω­μι ὑ­μῖν».

Ἡ εἰ­ρή­νη τοῦ Θε­οῦ δέν εἶ­ναι κά­τι τό ἐ­ξω­τε­ρι­κό καί ἐ­πι­φα­νεια­κό. Εἶ­ναι κά­τι βα­θύ­τε­ρο, εἶ­ναι δω­ρε­ά τῆς ἀ­γά­πης τοῦ Θε­οῦ, εἶ­ναι καρ­πός τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, εἶ­ναι ἡ εἰ­ρή­νη πού τήν τε­λει­ό­τη­τά της δέν μπο­ρεῖ νά τή συλ­λά­βει ἀν­θρώ­πι­νος νοῦς. Γιά νά ὑ­πάρ­ξει εἰ­ρή­νη ἀ­λη­θι­νή καί μό­νι­μη πρέ­πει νά προ­έρ­χε­ται ἀ­πό τό Θε­ό. Ὅ­σες συν­θῆ­κες εἰ­ρή­νης καί ἄν ὑ­πο­γρά­ψουν οἱ ἄν­θρω­ποι χω­ρίς τό Θε­ό, εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το νά στα­θοῦν.

Μπο­ροῦ­με νά ἐ­ξα­σφα­λί­σου­με αὐ­τή τήν εἰ­ρή­νη; Ἄν ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το κά­τι τέ­τοι­ο, ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος δέν θά μι­λοῦ­σε γι’ αὐ­τήν. Τήν ἀ­πο­κτοῦ­με ὅ­ταν συμ­φι­λι­ω­θοῦ­με μέ τόν Θε­ό, μέ τόν πλη­σί­ον μας καί μέ τόν ἑ­αυ­τό μας. Μέ τίς ἁ­μαρ­τί­ες μας δι­α­τα­ράσ­σον­ται οἱ σχέ­σεις μας μέ τό Θε­ό, ἀ­νοί­γε­ται χά­σμα πού δια­ρκῶς με­γα­λώ­νει καί ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­δυ­να­τεῖ μό­νος του νά γε­φυ­ρώ­σει. Ὅ­ταν ὅ­μως ἔρ­θει σέ συ­ναί­σθη­ση τῆς ἁ­μαρ­τω­λό­τη­τάς του, ὅ­ταν κλά­ψει μπρο­στά στόν ἐ­ξο­μο­λό­γο γιά τίς ἁ­μαρ­τί­ες του, ὅ­ταν ζη­τή­σει τό ἔ­λε­ος τοῦ Θε­οῦ, τό­τε στά βά­θη τῆς καρ­διᾶς του ἀ­κού­ει τή φω­νή πού ἀ­πευ­θύ­νει ὁ Χρι­στός μας σέ κά­θε με­τα­νο­οῦν­τα: «τέ­κνον, ἀ­φέ­ων­ταί σοι αἱ ἁ­μαρ­τί­αι σου». Ἀ­πό ἐ­κεί­νη τή στιγ­μή τῆς γνή­σιας ἐ­ξο­μο­λό­γη­σης ἔρ­χε­ται ἡ εἰ­ρή­νη τοῦ Θε­οῦ καί ἡ ἀ­πο­κα­τά­στα­ση τῆς σχέ­σης τοῦ ἀν­θρώ­που μέ τό Θε­ό.

Οἱ ἁ­μαρ­τί­ες μας δι­α­τα­ράσ­σουν καί τίς σχέ­σεις μας μέ τούς ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους. Λές ψέ­μα­τα; Κα­τα­κρί­νεις; Συ­κο­φαν­τεῖς; Κλέ­βεις; Ὁρ­κί­ζε­σαι στό δι­κα­στή­ριο; Τό­τε ἀν­τί τῆς ἀ­γά­πης κυ­ρια­ρχοῦν μί­ση καί ἔ­χθρες. Ἀλ­λά ὅ­ταν ὁ ἄν­θρω­πος συ­ναι­σθαν­θεῖ ὅ­σα ἔ­κα­νε στόν πλη­σί­ον του καί ζη­τή­σει συγ­γνώ­μη καί προ­σπα­θή­σει νά ἀ­πο­κα­τα­στή­σει τήν ἀ­δι­κί­α, τό κα­κό πού δι­έ­πρα­ξε, τό­τε ἔρ­χε­ται στήν καρ­διά του ἡ εἰ­ρή­νη.

Καί ἄν ἄλ­λοι κά­νουν κα­κό σ’ αὐ­τόν, ὁ ἄν­θρω­πος τοῦ Θε­οῦ δέν ἐκ­δι­κεῖ­ται, δέν κρα­τά­ει κα­κί­α. Ἀν­τί­θε­τα προ­σπα­θεῖ ἀν­τί κα­κοῦ νά κά­νει τό κα­λό. Μί­α τέ­τοι­α συμ­πε­ρι­φο­ρά στόν ἐ­χθρό, ὅ­πως μαρ­τυ­ροῦν πολ­λά πα­ρα­δείγ­μα­τα, κά­νουν καί τό χει­ρό­τε­ρο ἐ­χθρό νά ἀ­να­γνω­ρί­σει τό με­γα­λεῖ­ο τοῦ εἰ­ρη­νι­κοῦ ἀν­θρώ­που καί νά ζη­τή­σει συγ­γνώ­μη. Ἔ­τσι οἱ ἐ­χθροί γί­νον­ται φί­λοι. Αὐ­τό μᾶς δί­δα­ξε ὁ Χρι­στός μας, ὅ­ταν πά­νω στό σταυ­ρό συγ­χώ­ρε­σε τούς σταυ­ρω­τές Του.

Ὅ­ταν ἁ­μαρ­τά­νου­με δι­α­τα­ράσ­σον­ται καί οἱ σχέ­σεις μας μέ τόν ἑ­αυ­τό μας. Ἡ συ­νεί­δη­σή μας μᾶς ἐ­λέγ­χει. Δέν μᾶς ἀ­φή­νει σέ ἡ­συ­χί­α. «Εἶ­σαι ἔ­νο­χος, εἶ­σαι ἁ­μαρ­τω­λός, εἶ­σαι ἄ­ξιος τῆς τι­μω­ρί­ας τοῦ Θε­οῦ», ἀ­κοῦ­με μέ­σα μας τή φω­νή τῆς συ­νεί­δη­σης. Δέ στα­μα­τᾶ μέ­χρι νά με­τα­νι­ώ­σου­με εἰ­λι­κρι­νά καί ὁ Θε­ός τῶν με­τα­νο­ούν­των μᾶς συγ­χω­ρεῖ καί μᾶς προ­σφέ­ρει «τήν εἰ­ρή­νην τήν πάν­τα νοῦν ὑ­πε­ρέ­χου­σαν».

Ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος μᾶς δί­νει δύ­ο πρα­κτι­κές συμ­βου­λές γιά τήν ἀ­πό­κτη­ση τῆς εἰ­ρή­νης. Πρώ­τη, νά ἔ­χου­με ἀ­πό­λυ­τη ἐμ­πι­στο­σύ­νη στήν Πρό­νοι­α τοῦ Θε­οῦ. «Μη­δέν με­ρι­μνᾶ­τε», μᾶς λέ­ει, μήν κυ­ρι­εύ­ε­στε ἀ­πό ἀ­γω­νι­ώ­δη φρον­τί­δα γιά τί­πο­τα, ἀλ­λά ἀ­να­θέ­τε­τε μέ ἐμ­πι­στο­σύ­νη τό κά­θε πρό­βλη­μα στήν παν­σο­φί­α καί τήν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ.

Καί ἡ δεύ­τε­ρη συμ­βου­λή εἶ­ναι νά ζοῦ­με μέ ἐ­σω­τε­ρι­κή κα­θα­ρό­τη­τα. «Ὅ­σα ἐ­στὶν ἀ­λη­θῆ, ὅ­σα σε­μνά, ὅ­σα δί­και­α, ὅ­σα ἁ­γνά,… ταῦ­τα λο­γί­ζε­σθε». Μήν ἀ­φή­νε­τε κα­κούς λο­γι­σμούς νά μο­λύ­νουν τό ἐ­σω­τε­ρι­κό σας.

Σέ λί­γες μέ­ρες, ἀ­δελ­φοί μου, θά προ­σκυ­νή­σου­με τά Πά­θη καί τήν Ἀ­νά­στα­ση τοῦ Χρι­στοῦ μας. Ἄς φρον­τί­σου­με νά τό κά­νου­με «ψυ­χαῖς κα­θα­ραῖ­ς καὶ ἀρ­ρυ­πώ­τοι­ς χεί­λε­σι», μέ ἀ­μό­λυν­τα χεί­λη καί κα­θα­ρές ψυ­χές. Ἄς Τόν πα­ρα­κα­λέ­σου­με νά μᾶς χα­ρί­ζει πάν­το­τε πλού­σια τήν εἰ­ρή­νη στίς τα­ραγ­μέ­νες μας καρ­δι­ές. Ἀ­μήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου