Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2015

29 Μαρτίου 2015 - Κυριακή Ε' Νηστειῶν

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ
Ἀ­ριθ­μὸς 13
Κυ­ρια­κὴ Ε΄ Νη­στει­ῶν
29 Μαρ­τί­ου 2015
(Ἑ­βρ. θ΄ 11 – 14)

«Τό αἷ­μα τοῦ Χρι­στοῦ… κα­θα­ρι­εῖ τὴν συ­νε­ί­δη­σιν ὑ­μῶν ἀ­πὸ νε­κρῶν ἔρ­γων εἰς τὸ λα­τρε­ύ­ειν Θε­ῷ ζῶν­τι» (Ἑ­βρ. θ΄, 11-14)

Ἡ Ἁ­γί­α Γρα­φή, ἀ­δελ­φοί μου εἶ­ναι ἀ­ναγ­καί­α. Ὅ­πως ὅ­ταν κά­ποι­ος δέν κοι­νω­νεῖ, δέν μπο­ρεῖ νά εἶ­ναι Χρι­στια­νός, ἔ­τσι καί ἄν δέν δι­α­βά­ζει ἤ δέν ἀ­κού­ει τήν Ἁ­γί­α Γρα­φή. Δυ­στυ­χῶς σή­με­ρα κλεί­σα­με τό Εὐ­αγ­γέ­λιο καί ἀ­νοί­ξα­με τήν τη­λε­ό­ρα­ση, γιά τήν ὁ­ποί­α ὁ ἅ­γιος Κο­σμᾶς ὁ Αἰ­τω­λος εἶ­πε ὅ­τι εἶ­ναι τό κου­τί πού βρῆ­κε ὁ δι­ά­βο­λος γιά νά πα­ρα­σύ­ρει στήν κα­τα­στρο­φή τούς ἀν­θρώ­πους.

Ἀ­πό τά λό­για τοῦ ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου πού μᾶς δι­δά­σκει σή­με­ρα, ἄς προ­σέ­ξου­με μί­α λέ­ξη πού ἔ­χει με­γά­λη σπου­δαι­ό­τη­τα. Συ­νεί­δη­ση. Ἡ συ­νεί­δη­ση δέν εἶ­ναι κά­τι ὑ­λι­κό. Εἶ­ναι κά­τι πνευ­μα­τι­κό, ἀ­ό­ρα­το, μί­α πνευ­μα­τι­κή αἴ­σθη­ση, ἕ­να ζύ­γι­σμα τοῦ ἑ­αυ­τοῦ μας, πού ἄλ­λο­τε μᾶς ἐ­παι­νεῖ καί ἄλ­λο­τε μᾶς κα­τα­κρί­νει. Εἶ­ναι ἕ­να ψυ­χο­λο­γι­κό φαι­νό­με­νο μέ τό ὁ­ποῖ­ο ἀ­σχο­λοῦν­ται θε­ο­λό­γοι, φι­λό­σο­φοι καί ψυ­χο­λό­γοι. Ὁ κά­θε ἄν­θρω­πος ἔ­χει συ­νεί­δη­ση. Τό μι­κρό παι­δί πού σπά­ει ἕ­να πο­τή­ρι τρέ­χει νά κρυ­φτεῖ για­τί μέ­σα του ξέ­ρει ὅ­τι αὐ­τό πού ἔ­κα­νε ἦ­ταν λά­θος. Κλέ­βει κά­ποι­ος, ἀ­τι­μά­ζει, κά­νει φό­νο. Δέν τόν εἶ­δαν, οὔ­τε ἀ­στυ­νο­μί­α, οὔ­τε εἰ­σαγ­γε­λέ­ας, κα­νείς. Εἶ­ναι λοι­πόν ἥ­συ­χος; Κα­θό­λου. Νοι­ώ­θει ἀ­νη­συ­χί­α, σάν κά­ποι­ος νά τόν κυ­νη­γᾶ. Ἀ­κού­ει μί­α φω­νή ποῦ τοῦ φω­νά­ζει αὐ­στη­ρά: Για­τί τό ἔ­κα­νες; Εἶ­σαι ἔ­νο­χος, εἶ­σαι ἁ­μαρ­τω­λός.

Ὅ­ταν ὁ Κά­ϊν σκό­τω­σε τόν ἀ­δελ­φό του τόν Ἄ­βελ νό­μι­σε πώς δέν τόν εἶ­δε κα­νείς. Ἄ­κου­σε ὅ­μως τή φω­νή τοῦ Θε­οῦ: «ποῦ εἶ­ναι ὁ Ἄ­βελ ὁ ἀ­δελ­φός σου»; Αὐ­τή ἡ φω­νή δέν τόν ἄ­φη­νε νά ἡ­συ­χά­σει. Ἔ­τρε­με σάν τά φύλ­λα τῶν δέν­τρων. Προ­τι­μοῦ­σε νά πε­θά­νει πα­ρά νά τήν ἀ­κού­ει.

Ὁ Ἠ­λί­ας Μη­νιά­της ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι ὁ αὐ­το­κρά­το­ρας τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου Κών­στας Β΄ σκό­τω­σε τόν ἀ­δελ­φό του Θε­ο­δό­σιο κι ἔ­τσι ἀ­νέ­βη­κε στό θρό­νο. Τι­μές, δό­ξες, τά πάν­τα εἶ­χε. Ἦ­ταν εὐ­τυ­χι­σμέ­νος; Κα­θό­λου. Τίς νύ­χτες ἔ­βλε­πε τόν ἀ­δελ­φό του νά κρα­τά­ει ἕ­να πο­τή­ρι γε­μᾶ­το μέ τό αἷ­μά του πού ἄ­χνι­ζε καί νά τοῦ ἔ­λε­γε: «Ἀ­δελ­φέ, πι­ές».

Ἄλ­λο φο­βε­ρό πα­ρά­δειγ­μα, ὁ Ἰ­ού­δας. Πού­λη­σε τό Δά­σκα­λό του ἀν­τί τρι­ά­κον­τα ἀρ­γυ­ρί­ων. Ἡ συ­νεί­δη­σή του τόν ἐ­νο­χλοῦ­σε τό­σο, ὥ­στε πῆ­ρε σκοι­νί καί κρε­μά­στη­κε, αὐ­το­κτό­νη­σε, ἔ­χα­σε γιά πάν­τα τόν Πα­ρά­δει­σο.

Βλέ­που­με ἀν­θρώ­πους μέ χρή­μα­τα, μέ ἀ­ξι­ώ­μα­τα, νά ἔ­χουν τά πάν­τα καί νά εἶ­ναι λυ­πη­μέ­νοι, ἀ­πο­μο­νω­μέ­νοι. Για­τί; Ἐ­νῶ ἔ­χουν λύ­σει τά ἐ­ξω­τε­ρι­κά προ­βλή­μα­τα, μέ­νουν ἄ­λυ­τα τά ἐ­σω­τε­ρι­κά, πού δη­μι­ουρ­γοῦν δι­ά­φο­ρες ψυ­χο­λο­γι­κές καί νευ­ρο­λο­γι­κές δι­α­τα­ρα­χές. Οἱ ψυ­χο­λό­γοι τό λέ­νε ἄγ­χος. Πο­τέ ἄλ­λο­τε ὁ κό­σμος δέν εἶ­χε τό­σο ἄγ­χος. Τα­ραγ­μέ­νοι οἱ ἄν­θρω­ποι τρέ­χουν στούς για­τρούς. Γέ­μι­σε ὁ κό­σμος ψυ­χιά­τρους καί νευ­ρο­λο­γι­κές κλι­νι­κές. Μέ τή χού­φτα τά φάρ­μα­κα, τό ἄγ­χος ὅ­μως ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νά βα­σα­νί­ζει τούς ἀν­θρώ­πους.

Δέν ὑ­πάρ­χει λοι­πόν για­τρός, φάρ­μα­κο, θε­ρα­πεί­α τοῦ ἄγ­χους ποὺ προ­κα­λεῖ ἡ συ­νεί­δη­ση; Ὑ­πάρ­χει. Ποι­ός εἶ­ναι; Τό λέ­ει σή­με­ρα ὁ Ἀ­πό­στο­λος. Εἶ­ναι ὁ Κύ­ριος ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός πού σταυ­ρώ­θη­κε, ἔ­δω­σε τό τί­μιο Αἷ­μά Του. Ὁ Σταυ­ρός Του σβή­νει τίς ἁ­μαρ­τί­ες τοῦ κό­σμου, τό Αἷ­μά Του ἀ­πα­λάσ­σει ἀ­πό τίς τύ­ψεις καί ἀ­να­παύ­ει.

Ἄν ἀμ­φι­βάλ­λε­τε, ἀ­δελ­φοί μου, ὅ­τι ὁ Χρι­στός μας εἶ­ναι ὁ μέ­γας ψυ­χί­α­τρος πού λύ­νει ὅ­λα τά ἐ­σω­τε­ρι­κά προ­βλή­μα­τα, δο­κι­μά­στε. Πλη­σιά­ζουν οἱ ἅ­γι­ες ἡ­μέ­ρες. Ὡς ἄν­θρω­ποι μέ ἀ­δυ­να­μί­ες καί πά­θη, ἴ­σως ἔ­χου­με τή συ­νεί­δη­σή μας μο­λυ­σμέ­νη ἀ­πό τά νε­κρά ἔρ­γα τῆς ἁ­μαρ­τί­ας. Ἴ­σως ἡ ψυ­χή μας νά εἶ­ναι αἰχ­μα­λω­τι­σμέ­νη σέ κά­ποι­ο πά­θος, σέ κά­τι πού τό ἀ­πα­γο­ρεύ­ει ὁ νό­μος καί τό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ, καί νά νι­ώ­θου­με ἔ­νο­χοι. Πολ­λοί νο­μί­ζουν ὅ­τι οἱ δι­α­σκε­δά­σεις, τά τα­ξί­δια, ἡ ἐ­να­σχό­λη­ση μέ δι­ά­φο­ρα, μπο­ροῦν νά ἀ­παλ­λά­ξουν τόν ἄν­θρω­πο ἀ­πό τίς τύ­ψεις τῆς συ­νεί­δη­σης. Πό­σο λά­θος κά­νουν! Μό­νο Ἕ­νας μπο­ρεῖ νά μᾶς λυ­τρώ­σει πραγ­μα­τι­κά. Ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός ὁ Ἐ­σταυ­ρω­μέ­νος. «Οὐκ ἔ­στιν ἐν ἄλ­λῳ οὐ­δε­νὶ ἡ σω­τη­ρί­α· οὐ­δὲ γὰρ ὄ­νο­μά ἐ­στιν ἕ­τε­ρον ὑ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νὸν τὸ δε­δο­μέ­νον ἐν ἀν­θρώ­ποις ἐν ᾧ δεῖ σω­θῆ­ναι ἡ­μᾶς» (Πράξ. δ΄ 12). Ἔ­χει με­γά­λο κῦ­ρος ἡ δι­α­κή­ρυ­ξη αὐ­τή τοῦ ἀ­πο­στό­λου Πέ­τρου.

Ἡ Ἁ­γί­α μας Ἐκ­κλη­σί­α μᾶς πα­ρέ­χει τά ἱ­ε­ρά καί παν­σέ­βα­στα Μυ­στή­ρια γιά τή λύ­τρω­σή μας πού ἀν­τλοῦν τή χά­ρη καί τή δύ­να­μη ἀ­πό τό Αἷ­μα τοῦ Χρι­στοῦ μας.

Τό ἅ­γιο Βά­πτι­σμα κα­θα­ρί­ζει καί ἀ­παλ­λάσ­σει τόν ἄν­θρω­πο ἀ­πό κά­θε ἐ­νο­χή καί τόν ἀ­να­γεν­νᾶ πνευ­μα­τι­κά. Τό μυ­στή­ριο τῆς με­τα­νοί­ας καί ἐ­ξο­μο­λό­γη­σης μᾶς κα­θα­ρί­ζει ἀ­πό τίς ἁ­μαρ­τί­ες πού κά­νου­με με­τά τό Βά­πτι­σμα. Καί τό μυ­στή­ριο τῶν μυ­στη­ρί­ων, τό κέν­τρο τῆς λα­τρεί­ας μας, ἡ Θεί­α Εὐ­χα­ρι­στί­α μᾶς ἑ­νώ­νει μέ τόν ἴ­διο τό Θε­άν­θρω­πο λυ­τρω­τή μας, ὅ­ταν «με­τά φό­βου Θε­οῦ, πί­στε­ως καί ἀ­γά­πης» προ­σερ­χό­μα­στε καί κοι­νω­νοῦ­με τό Σῶ­μα καί τό Αἷ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου μας «εἰς ἄ­φε­σιν ἁ­μαρ­τι­ῶν καί ζω­ήν αἰ­ώ­νιον».

Ἀ­δελ­φοί μου, ὅ­ταν εἴ­μα­στε λε­ρω­μέ­νοι, δέν σκε­φτό­μα­στε ἄν πρέ­πει νά πλυ­θοῦ­με ἤ ὄ­χι. Τρέ­χου­με ἀ­μέ­σως νά κα­θα­ρι­στοῦ­με. Ἔ­τσι καί στήν Ἐκ­κλη­σί­α μας. Ἡ ἀ­νάγ­κη τοῦ κα­θα­ρι­σμοῦ τῆς συ­νεί­δη­σής μας πρέ­πει νά μᾶς ὁ­δη­γεῖ χω­ρίς ἀ­να­βο­λή καί κα­θυ­στέ­ρη­ση στό λου­τρό τοῦ μυ­στη­ρί­ου τῆς Με­τα­νοί­ας καί τῆς Κοι­νω­νί­ας τοῦ Σώ­μα­τος καὶ τοῦ Αἵ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ μας. Ἀ­μήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου