Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2015

Πανηγυρικός για την επέτειο της 25ης Μαρτίου 1821 στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Χίου

Χίος 25 Μαρτίου 2015

Χαρείτε αδέλφια τη μεγάλη μας γιορτή.
Είν’ η γιορτή της πίστης και της λευτεριάς,
που προμηνά τον ερχομό του Λυτρωτή
και των προγόνων διαλαλεί την αρετή.

Σεβασμιώτατε,

Για άλλη μια φορά πανηγυρίζουμε για δύο «Χαίρε». Το «Χαίρε Κεχαριτωμένη Μαρία» και το «Χαίρε ω Χαίρε Λευτεριά». Το πρώτο «Χαίρε» αναφέρεται στη θεομητορική εορτή, κατά την οποία ο Αρχάγγελος Γαβριήλ μετέφερε στην Παρθένο Μαρία τη χαρμόσυνη αγγελία της σύλληψης του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού.
Το δεύτερο «Χαίρε» αναφέρεται στα μεγαλεία της Ελευθερίας, στην ιδέα που πυροδότησε το ενδοξότερο και σημαντικότερο γεγονός της Ιστορίας του Νεότερου Ελληνισμού. Την Ελληνική Επανάσταση του 1821, η οποία, μετά από εννιάχρονο αγώνα με συντριπτικά ισχυρότατο αντίπαλο, οδήγησε στη δημιουργία του πρώτου Ελληνικού Κράτους.

Από το 1071 που ηττήθηκαν τα μισθοφορικά στρατεύματα του Βυζαντίου από τους Σελτζούκους στο Ματζικέρτ, εντονότερα απ’ τον καιρό της πρώτης Άλωσης από τους σταυροφόρους το 1204 αλλά κυρίως μετά την Άλωση της Πόλης το 1453 από τους Οθωμανούς ο πολίτης του Βυζαντίου άρχισε να συνδέεται με το ιστορικό του παρελθόν. Αρχαία ελληνική κληρονομιά και χριστιανική πίστη αρχίζουν να συμβιβάζονται στη συνείδησή του και να γίνονται τα συστατικά της στοιχεία. Η νέα αυτή ιδεολογία ισοδυναμεί με το ξύπνημα ενός εθνικού αισθήματος στον Ελληνισμό, που αποτελεί πλέον το μοναδικό του στήριγμα στους σκοτεινούς αιώνες που θα ακολουθήσουν.

Κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας η Εκκλησία, που διατηρήθηκε ως θεσμός από τον Μωάμεθ Β΄ τον Πορθητή, υπήρξε ένα μεγάλο και διαρκές σχολείο ελπίδας, υπομονής, πνευματικής αντιστάσεως, ηθικής ελευθερίας και εθνικής αφυπνίσεως, ὁ αδιαμφισβήτητος ηγέτης και καθοδηγητής του Γένους. Ο Μακεδόνας αγωνιστής Νικόλαος Κασομούλης γράφει στα «Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821 – 1833.» :«… η Ελληνική γλώσσα, ο χαρακτήρ και τα έθιμα του Ελληνικού λαού, μετά την πτώσιν του Βασιλείου μας, εδιατηρήθησαν \υπό την επαγρύπνησιν του Κλήρου μας και των διαφόρων πεπαιδευμένων του Έθνους μας, και δια της κοινής ευλαβείας προς την αγίαν ημών Θρησκείαν...». Οι θυσίες των Νεομαρτύρων, τα κρυφά σχολειά, η συμβολή της Εκκλησίας στη λειτουργία των αυτοδιοικούμενων κοινοτήτων των υποδούλων αποδεικνύουν ότι ἡ Ορθόδοξη Εκκλησία ήταν για τους υπόδουλους όπως γράφει και ο Απ. Βακαλόπουλος "το πνευματικό πλαίσιο μέσα από το οποίο εκφραζόταν η εθνική τους συνείδηση, ολόκληρος ο κόσμος τους, που έκλεινε μέσα του το ένδοξο παρελθόν και τις ελπίδες απολυτρώσεως"

Ο παράγοντας που κατόρθωσε να ενεργοποιήσει και να συνενώσει τις δυνάμεις του Έθνους για την Επανάσταση ήταν η Φιλική Εταιρεία, της οποίας οι ιδρυτές πίστευαν ότι το έθνος μπορεί να απελευθερωθεί στηριζόμενο αποκλειστικά στις δικές του δυνάμεις, τον κλήρο, τους προκρίτους, τους μεγαλοκτηματίες, τους εμπόρους, τους έμπειρους ναυτικούς, τους λόγιους, του Φαναριώτες, τους κλέφτες και τους αρματολούς, τον ακτήμονα και καταπιεσμένο ελληνικό λαό της υπαίθρου. Η επιτυχία της Φιλικής Εταιρείας να οδηγήσει εξήμισυ χρόνια μετά την ίδρυσή της το έθνος σε επανάσταση οφειλόταν κυρίως στο βαθύ θρησκευτικό και εθνικό αίσθημα των ελλήνων της εποχής εκείνης, που ήταν έτοιμοι να δεχτούν το πατριωτικό κάλεσμα της Εταιρείας και να φυλάξουν μυστική την ύπαρξή της.

Μόνο έτσι μπορούσε να επιτευχθεί η Παλιγγενεσία. Και μόνο έτσι εξηγείται η βαθειά πίστη των πρωταγωνιστών του 1821. "Μάχου υπέρ Πίστεως καί Πατρίδος" ξεκινά η προκήρυξη του Αλέξανδρου Υψηλάντη το Φεβρουάριο του 1821, όταν κήρυττε την Επανάσταση από το Ιάσιο της Μολδοβλαχίας, που έμελε να πνιγεί στο αίμα, αφού όμως έστησε ηθικά τρόπαια στο Δραγατσάνι με τη θυσία το Ιερού Λόχου, στο Σκουλένι και τη Μονή του Σέκου. Τη ίδια ώρα στην Ευρώπη επικρατούσε το πνεύμα της Ιερής Συμμαχίας, σύμφωνα με το οποίο η ελληνική επανάσταση του 1821, ένας καθαρά εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας, ήταν αναμενόμενο να εκληφθεί από τις Μεγάλες Δυνάμεις ως ένα κίνημα ανατρεπτικό της ευρωπαϊκής πολιτικής νομιμότητας, ως εξέγερση εναντίον του νομίμου ηγεμόνος, δηλαδή του σουλτάνου. Τελικώς, η αποστολή ευρωπαϊκών στρατευμάτων για την καταστολή της ελληνικής εξεγέρσεως, όπως είχε προτείνει ο Μέττερνιχ, ευτυχώς απεφεύχθη, χάρη στη διπλωματική δράση του Ιωάννη Καποδίστρια, που υπηρετούσε ως υπουργός εξωτερικών της Ρωσίας και ήταν έμπιστος του τσάρου.

Έτσι κατάφερε να εδραιωθεί η Επανάσταση στην Ελλάδα και να γραφτούν λαμπρές σελίδες θριάμβων στη στεριά και στη θάλασσα. Στη Γραβιά, στο Βαλτέτσι, στη ναυμαχία της Ερεσού, στην Τριπολιτσά, στη Χίο με την ανατίναξη της τουρκικής ναυαρχίδας, στα Δερβενάκια, στη ναυμαχία του Γέροντα, στους Μύλους στην Αράχοβα, στο Μακρυνόρος. Το ίδιο λαμπρές είναι και οι σελίδες των θυσιών που χρειάστηκε ο Αγώνας, που χρειάστηκε για να βλαστήσει το δέντρο της λευτεριάς. Η θυσία του Διάκου στην Αλαμάνα και του Παπαφλέσσα στο Μανιάκι, η καταστροφή της Χίου, της Κάσου, των Ψαρών, οι απώλειες στο Σούλι, το Πέτα και τη Νάουσα και η κορωνίδα των θυσιών η ηρωική έξοδος του Μεσολογγίου.

Τα γεγονότα όμως είναι οι άνθρωποι που βρίσκονται πίσω τους και στη συγκεκριμένη περίπτωση ηρωικές μορφές, που καθεμιά με το προσωπικό της παράδειγμα διδάσκει στους αιώνες το μάθημα της θυσίας για τα ιδανικά, την αυταπάρνηση, πως «κάλλιο ΄ναι μίας ώρας ελεύθερη ζωή, παρά σαράντα χρόνους σκλαβιά και φυλακή». Ανδρούτσος, Κολοκοτρώνης, Πλαπούτας Δεληγιάννης, Διάκος, Καραϊσκάκης, Παπαφλέσσας, Μακρυγιάννης, Μπότσαρης, Νικηταράς, Μπουμπουλίνα, Μαντώ Μαυρογένους, Μιαούλης, Κανάρης και πολλοί άλλοι περισσότερο ή λιγότερο γνωστοί, μα και παντελώς άγνωστοι, αγωνιστές της ελευθερίας. «Όταν ἀποφασίσαμε νά κάμωμεν την Επανάστασιν,» είπε ο Κολοκοτρώνης στον περίφημο λόγο του στην Πνύκα, «δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα, ούτε πως δεν έχουμε άρματα, ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις, ἀλλ᾽ ως μια βροχή έπεσεν εις όλους μας η επιθυμία της Ελευθερίας μας και όλοι, και οι Κληρικοί και οι Προεστοί και οι Καπεταναίοι και οι Πεπαιδευμένοι και οι Έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμεν εις αυτόν τον σκοπόν, και εκάμαμεν την επανάστασιν». Με το δικό του μοναδικό τρόπο περιγράφει τον απελευθερωτικό αγώνα του Γένους ο πατριώτης μας Γιώργης Κρόκος στην «Ελληνιάδα» του:

Λιωτό μολύβι η λεβεντιά. Κι απ’ τη Βλαχιά ως την Κρήτη
γιομίζει αλαλητό η στεριά κι η θάλασσα βουρκώνει,
μπουρλότα είν’ τα βραχόνησα, σαλεύουν, ταξιδεύουν
και στη φρεγάτα την Τουρκιά γαντζώνονται κι ανάβουν.
Τρίβει τα μάτια του ο Βοριάς, τριζοβολάει ο κόσμος,
οι τύραννοι έχουν σύγκρυο, κι απ’ την πολλή τρεμούλα
πέφτουν στη γη τα δόντια τους, λυούνται οι κορμοδεσιές τους,
γιομίζουν φέσια οι λαγκαδιές και τα πελάη σαρίκια.

Ο μεγάλος αυτός αγώνας έχει τεράστια διαχρονική παιδευτική σημασία όχι μόνο γιατί αποκάλυψε τις αρετές των Ελλήνων αλλά και τα ελαττώματά τους, παραδείγματα που μπορούν να χτίσουν ολοκληρωμένες προσωπικότητες και να αποτρέψουν λάθη ολέθρια και οδυνηρά του παρελθόντος. Δύο εμφύλιοι πόλεμοι μεταξύ των ετών1823 -1825 ανάμεσα σε στρατιωτικούς και πολιτικούς είχαν ως αποτέλεσμα την εξασθένηση της Επανάστασης και το σοβαρό κίνδυνο της αποτυχίας της. Ύψιστο το ιστορικό δίδαγμα. Μόνο αν η ομόνοια και η αδελφοσύνη επικρατήσουν της διχόνοιας και του αλληλοσπαραγμού, μόνο τότε θα μπορέσουν οι Έλληνες να μεγαλουργήσουν και να κάνουν τον υπόλοιπο κόσμο να υποκλιθεί μπροστά στο μεγαλείο τους. Πάντοτε επίκαιρα τα λόγια του στρατηγού Μακρυγιάννη «… να μην λέγει ούτε ο δυνατός «εγώ» ούτε ο αδύνατος. Ξέρετε πότε να λέγει ο καθείς «εγώ»; Όταν αγωνιστεί μόνος του και φκιάσει ή χαλάσει, να λέγει «εγώ»• όταν όμως αγωνίζονται πολλοί και φκιάνουν, τότε να λένε «εμείς». Είμαστε εις το «εμείς» κι όχι εις το «εγώ». Και εις το εξής να μάθομεν γνώση, αν θέλομεν να φκιάσομεν χωριόν, να ζήσομεν όλοι μαζί.»

Η αυλαία της Επανάστασης κλείνει με το πρωτόκολλο του Λονδίνου της 3ης Φεβρουαρίου 1830, που σηματοδοτεί και την αίσια έκβασή της με τη δημιουργία του πρώτου ανεξάρτητου Ελληνικού Κράτους με κυβερνήτη τον Ιωάννη Καποδίστρια. Οι Έλληνες απέδειξαν πως κανένας λαός δε μένει υπόδουλος όταν πάρει την υπέρτατη απόφαση να ζήσει ελεύθερος ή να πεθάνει. Οι επικοί αγώνες του ’21 εξαίρουν την ουσία και την αξία που έχουν για τη ζωή των ατόμων και των λαών τα αγαθά της ανεξαρτησίας και της εθνικής κυριαρχίας και υπογραμμίζουν ότι η δύναμη των όπλων και η αριθμητική υπεροχή δεν δύνανται να κάμψουν το αδούλωτο φρόνημα των εθνών.

Σεβασμιώτατε,

Έχουν περάσει κιόλας 194 χρόνια από τότε κι όμως το μήνυμα παραμένει ζωντανό και αναλλοίωτο. Ζει μέσα στη θύμιση του λαού μας, η οποία αναζωογονείται με το γιορτασμό της επετείου. Γιορτάζουμε για να μάθουμε και για να θυμόμαστε. Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Μπορεί τα πρόσωπα, τα ονόματα, ο χρόνος και ο τόπος να αλλάζουν, μα τα γεγονότα ξαναγυρίζουν με ακρίβεια. Όχι μόνο είναι χρήσιμο λοιπόν μα και επιβάλλεται να γνωρίζουμε το παρελθόν μας, για να μπορέσουμε πρώτα να καταλάβουμε, μετά να αντιμετωπίσουμε και τέλος να διαφεντέψουμε το μέλλον μας.

Ας μην αντιμετωπίσουμε την 25η Μαρτίου σαν ένα γεγονός που τέλειωσε και ανήκει στο παρελθόν, σαν παραμύθι που μας αρέσει να το διηγούμαστε κάθε χρόνο την ίδια μέρα. Και σήμερα ζούμε σ’ έναν κόσμο ταραγμένο, και σήμερα είμαστε Έλληνες όπως ήταν εκείνοι τότε. Είμαστε ίδιοι μ’ αυτούς που αποκαλούμε τώρα ήρωες και τους καταθέτουμε στεφάνια. Είμαστε στην ίδια ηλικία και έχουμε τις ίδιες δυνάμεις. Οι ήρωες δεν είναι άλλο είδος ανθρώπων. Είναι κοινοί, καθημερινοί, συνηθισμένοι. Οι περιστάσεις πλάθουν τους ανθρώπους και ή τους εκμηδενίζουν ή τους γιγαντώνουν.

Εμάς η ιστορία μας μάς προμηθεύει με παραδείγματα μεγαλείου και είναι κρίμα να μην ακούμε τη φωνή της. Μας δείχνει το μέτρο των δυνατοτήτων μας, μας φανερώνει ως πού μπορούμε να φτάσουμε και τι μπορούμε να πετύχουμε. Η ιστορία είναι ο καθρέφτης του χαρακτήρα μας, ένας δρόμος που οδηγεί στην αυτογνωσία μας. Και μόνο όταν ένας λαός γνωρίζει ποιος είναι μπορεί να αισθάνεται βέβαιος για το μέλλον και την ύπαρξή του.

Οι εορτασμοί λοιπόν δε γίνονται επειδή έτσι είναι το τυπικό, ούτε επειδή πρέπει, αλλά γιατί είναι απαραίτητοι για το ξαναζωντάνεμα στη μνήμη μας κάποιων πράξεων μεγάλων και θαυμαστών, όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος, πράξεων που δεν πρέπει να αφεθούν στο έλεος του χρόνου για να τις σβήσει, γιατί αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της ζωής μας.

Ειρήνη Σ. Χούλη, Φιλόλογος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου