Σάββατο, 22 Ιουνίου 2019

ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 9 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ


Ἀριθμός 50
ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ ΛΟΥΚΑ
(Λουκ. ιγ’ 10-17)
9 Δεκεμβρίου 2018 
«Ταῦτα λέγοντος αὐτοῦ κατῃσχύνοντο πάντες οἱ ἀντικείμενοι αὐτῷ».
(Λουκ. ιγ’ 17).
Εἶναι παλιὰ ἡ ἀσθένεια, Χριστιανοί μου. Γιατί, μόνο σὰν ἀσθένεια μπορεῖ νὰ χαρακτηρίσει κανεὶς τὸ φαινόμενο αὐτό. Ὅταν κανεὶς πετυχαίνει κάτι στὴ ζωή του, ὅταν προοδεύει, φυσικὸ εἶναι νὰ χαροῦν καὶ ὅσοι τὸν γνωρίζουν. Ὅμως, δὲν συμβαίνει αὐτό μὲ ὅλους. Ὑπάρχουν μερικοὶ, ποὺ ὄχι μόνο δὲν χαίρονται, ἀλλὰ καὶ θλίβονται ἀπὸ τὴν ἐπιτυχία τοῦ ἄλλου. Καὶ δὲν πρόκειται γιὰ ἄτομα, ποὺ θίγονται ἀπὸ ὅ,τι ἱκανοποίησε τὸν ἄλλο. Σ’ αὐτὸ, ἀκριβῶς, ἔγκειται ἡ ἀρρώστια, ἡ νοσηρὰ νοοτροπία καὶ συμπεριφορά. Δὲν εὐχαριστιοῦνται, γιατί δὲν μποροῦν νὰ βλέπουν τοὺς ἄλλους χαρούμενους. Θλίβονται, ὅταν δὲν εἶναι αὐτοὶ οἱ αἴτιοι μίας ἐπιτυχίας. Ἀπὸ ζήλεια; Κι ἀπὸ αὐτό. Μὰ καὶ ἀπὸ ἐγωισμὸ καὶ ἀσπλαχνία. Ἀπὸ διάθεση, νὰ μὴν νιώθουν κάποιον νὰ προάγεται ἢ νὰ προβάλλεται. Ἀπὸ ἐπιθυμία, νὰ μειώνεται ἡ σημασία τῶν ἔργων ὁποιουδήποτε ἄλλου καὶ νὰ ὑπερτιμᾶται κάθε δική τους ἐνέργεια.
Αὐτὸ συνέβη καὶ μὲ τὸν Ἀρχισυνάγωγο τῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς, ἀπὸ τὸ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιο. Δεκαοχτὼ χρόνια ἔπασχε μία γυναίκα ἀπὸ κύφωση. Δὲν μποροῦσε, οὔτε λίγο, νὰ ὀρθώσει τὸ κορμί της. Δὲν ἦταν στόν Χριστό μας ἄγνωστη αὐτή ἡ γυναῖκα. Πήγαινε τακτικὰ στὴ Συναγωγή. Κάθε Σάββατο. Δὲν ἔνιωθε γι’ αὐτὴν τὸν παραμικρὸ οἶκτο. Ἂν, καὶ συχνὰ τὴν ἔβλεπε. Ἦρθε, ὅμως, στὴ Συναγωγὴ ὁ Κύριος. Εἶδε τὴν πάσχουσα αὐτὴ γυναίκα καὶ τὴν σπλαχνίστηκε. Τὴν θεράπευσε. Χαρὰ ἀπερίγραπτη, γιὰ τὴν ἴδια. Χαρὰ γιὰ ὅλους, ὅσοι παρακολούθησαν τὸ θαῦμα. Ἕνας μόνο ἀποτέλεσε ἐξαίρεση. Ὁ Ἀρχισυνάγωγος. Δυσφόρησε. Ἐπετίμησε τὸν ὄχλο, γιατί ἐρχόταν ἡμέρα Σαββάτου νὰ θεραπευθεῖ. Φοβήθηκε, μήπως παραβιαζόταν ἡ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὴν ἀργία τοῦ Σαββάτου. Ἀλλὰ ὁ Κύριος ἀποκάλυψε τὴν ψυχική του διαστροφή. Τὸν ἀποκάλεσε ὑποκριτή. Γιατί, πραγματικὰ, ὑποκριτικὸ ἦταν τὸ ἐνδιαφέρον του, γιὰ τὴν ἐντολὴ τοῦ Σαββάτου. Σκοπὸς του ἦταν νὰ μειώσει τὴν ἀξία τοῦ θαύματος. Νὰ παρουσιάσει καὶ τὸν Κύριο παραβάτη τοῦ Νόμου. Νὰ δημιουργήσει ἀμφιβολίες, μὲ ἔντεχνο, μάλιστα, τρόπο. Νὰ κλονίσει τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἐκτίμηση τοῦ λαοῦ πρὸς τὸν Κύριο. Νὰ τὸν ἀποσπάει ἀπό Αὐτόν.
Ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ ἀποκρουστικοὺς τύπους, ποὺ συναντᾶμε στὶς κοινωνίες τῶν ἀνθρώπων, εἶναι ὁ ὑποκριτής. Καὶ, ἀνάμεσα στοὺς ὑποκριτὲς, ὁ περισσότερο ἀποκρουστικὸς εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ φοράει τὸ ἔνδυμα τῆς εὐσεβείας. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι ἐχθρός του Θεοῦ, ἐκμεταλλευτὴς τῶν ἱερῶν καὶ τῶν ὁσίων. Καὶ, συνεχῶς, προσπαθεῖ, μὲ τὴν εὐσεβοφάνειά του, μὲ τὸ ψεύτικο ἐνδιαφέρον του, γιὰ τὸ θεῖο θέλημα, νὰ προβάλλει, συνεχῶς, τὸν ἑαυτό του. Φθονεῖ καὶ μισεῖ θανάσιμά τούς πραγματικοὺς εὐσεβεῖς ἀνθρώπους καὶ προσπαθεῖ, συνεχῶς, ἐν ὀνόματι τῆς ὑποκριτικῆς εὐσέβειάς του, νὰ τοὺς διαβάλλει ὡς ἀσεβεῖς καὶ νὰ τοὺς ὑπονομεύει.
Τὴν ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ μας, οἱ θρησκευτικοὶ ἡγέτες τοῦ Ἰσραήλ, ἰδιαίτερα οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι, εἶχαν φθάσει στὸ ἀποκορύφωμα τῆς ὑποκρισίας. Γυμνοὶ ἀπὸ κάθε ἀρετή, χωρὶς φόβο Θεοῦ καὶ σεβασμὸ πρὸς τὸ θεῖο θέλημα, φιλοχρήματοι, φίλαυτοι καὶ διεστραμμένοι, ἐπινοητὲς τύπων καὶ καταλυτὲς τῆς οὐσίας, χωρὶς κανένα ἐνδιαφέρον, γιὰ τὴν ὑγιῆ θρησκευτικὴ μόρφωση τοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖο ἐπιβάρυναν μὲ ἀνούσιους τύπους, μὲ «φορτία βαρέα καὶ δυσβάστακτα». Τὰ ὅσα καλὰ ἔργα ἔκαναν ἦταν «πρὸς τὸ θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις». Τὰ ἐνδύματά τους ἦταν προκλητικά. Τηροῦσαν μερικοὺς ἐξωτερικοὺς τύπους, ἔκαναν καὶ καμιὰ καλὴ πράξη, ὅταν ἦταν σίγουροι, ὅτι τοὺς βλέπουν οἱ ἄλλοι καὶ προσπαθοῦσαν νὰ ἐμπνεύσουν καὶ νὰ ἐπιβάλλουν τὴν πεποίθηση, ὅτι αὐτοὶ καὶ μόνο, εἶναι οἱ ἐνάρετοι, οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ Θεοῦ στὴ γῆ, οἱ ἄξιοι καὶ θεόσταλτοι θρησκευτικοὶ ἡγέτες τοῦ Ἰσραήλ. Καὶ ἀπὸ τὸ σημεῖο, ποὺ περνοῦσαν ἐκεῖνοι, ἔπρεπε οἱ πάντες, νὰ παραμερίζουν, γιὰ νὰ μὴν ἔλθουν σὲ ἐπαφὴ μὲ ἀνθρώπους τοῦ λαοῦ καὶ μολυνθεῖ ἡ ἁγιότητά τους.
Οἱ θρησκευτικοὶ αὐτοὶ ἡγέτες τοῦ Ἰσραήλ, ἔτσι ὅπως τοὺς περιγράψαμε, ἦταν φυσικὸ νὰ ἔχουν ἐχθρικὴ στάση κατὰ τοῦ Κυρίου. Καὶ, ἀργότερα, κατὰ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων. Τοὺς ἐνοχλοῦσε ἡ ἀπαστράπτουσα ἀρετὴ τοῦ Κυρίου. Ἡ ἀπόλυτη ἀναμαρτησία καὶ ἁγιότητά Του. Ἡ, κατὰ πάντα ἄμεπτη καὶ θεάρεστη συμπεριφορά Του, τὰ ἀναρίθμητα ἔργα ἀγάπης, ποὺ καθημερινὰ ἔκανε.
Ὅταν, κάποτε, τοὺς παρατηροῦσε, κατὰ πρόσωπο, τοὺς ρώτησε• «τὶς ἐξ ὑμῶν ἐλέγχει με περὶ ἁμαρτίας;» . Ἐκεῖνοι ἔσκυψαν ταπεινωμένοι τὸ κεφάλι τους, χωρὶς νὰ ἀπαντήσουν, γιατί δὲν εἶχαν τίποτε, τὸ πραγματικὸ, γιὰ νὰ κατηγορήσουν τὸν Κύριο. Ἰδιαιτέρως, μεταξύ τους, καὶ στὸ λαὸ, ἔλεγαν καὶ διέσπειραν πλῆθος συκοφαντιῶν ἐναντίον Του. Τὸν κατηγόρησαν, ὅτι δὲν τηρεῖ τὸ Σάββατο, Αὐτὸν, ὁ Ὁποῖος ἁγίαζε, μὲ πλῆθος ἀγαθῶν ἔργων, τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου. Τὸν κατηγοροῦσαν, ὅτι ἔχει δαιμόνιο, γι’ αὐτὸ μπορεῖ νὰ διώχνει τὰ δαιμόνια, Αὐτὸν, ὁ Ὁποῖος ἦρθε στὸν κόσμο, γιὰ νὰ καταλύσει, ὅπως καὶ πραγματικὰ κατέλυσε, τὴν ἐξουσία καὶ τὰ ἔργα τοῦ διαβόλου. Τὸν κατηγόρησαν, ὅτι εἶναι ἁμαρτωλὸς, ἐπειδὴ συναναστρεφόταν ἁμαρτωλούς, Αὐτὸς, ὁ Ὁποῖος ἦρθε «ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός». Καὶ πόσες ἄλλες μοχθηρὲς συκοφαντίες δὲν εἶχε ἐπινοήσει ἡ ἐμπαθὴς καρδιά τους.
Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι ἡ μὲν ἁγιότητα τοῦ Κυρίου ἔμεινε ἀπρόσβλητη καὶ ἀνεπισκίαστη, ἐνῶ αὐτοὶ καταισχύνθηκαν καὶ συνετρίβησαν. Στὴν Ἱστορία ἔχουν μείνει ὡς τὸ πλέον ἀποκρουστικὸ παράδειγμα βδελυρῶν ἀνθρώπων, ὑποκριτῶν, ἐχθρῶν του Θεοῦ.
Ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος γράφει, ὅτι ὁ ὑποκριτὴς θέλει νὰ φαίνεται «ὡς εὐλαβής, θέλει καλεῖσθαι ἅγιος καὶ προσκυνεῖσθαι ὑπὸ πάντων• ὁρᾶς αὐτοῦ τὸ ἔξωθεν σχῆμα καὶ νομίζεις αὐτὸν κατὰ Θεὸν ποιεῖν τὰ πάντα, ἡ δὲ καρδιὰ αὐτοῦ φθόνου γέμει καὶ δολιότητος καὶ παντὸς εἴδους κακῶν».
Χριστιανοί μου. Οἱ μοχθηροὶ ὑποκριτὲς, καὶ ἂν ἀκόμη κατορθώνουν νὰ ἐξαπατοῦν τοὺς ἀφελεῖς καὶ νὰ δημιουργοῦν ζητήματα στοὺς εὐσεβεῖς, ὅμως δὲν διαφεύγουν τὸ ἄγρυπνο βλέμμα καὶ τὴν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ. «Οἱ ἐχθροί τοῦ Θεοῦ ἀπολοῦνται», διαλαλεῖ ὁ ψαλμῳδός. Καὶ, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν Θεὸ, λέει• «ἐμίσησας πάντας τοὺς ἐργαζομένους τὴν ἀνομίαν• ἀπολεῖς πάντας τοὺς λαλοῦντας τὸ ψεῦδος» . Καὶ τὴν ἀλήθεια αὐτὴ τὴν ἐπιβεβαιώνει ἡ Ἱστορία, ἀλλὰ καὶ ἡ προσωπικὴ πεῖρα τοῦ καθενός μας. Μακρυά, λοιπόν, ἀπό τήν ὑποκρισία. Ἀμήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου