Σάββατο, 22 Ιουνίου 2019

ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ


Ἀριθμός 44
ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ’ ΛΟΥΚΑ
(Λουκ. η’ 27-39)
21 Ὀκτωβρίου 2018
«...ὅτι φόβῳ μεγάλῳ συνείχοντο» (Λουκ. η΄ 37)
Ὁ Χριστός μας, Χριστιανοί μου, βρίσκεται στὴ χώρα τῶν Γαδαρηνῶν. Βλέπουμε τοὺς κατοίκους τῆς περιοχῆς νὰ τοὺς ἔχει καταβάλει μεγάλος φόβος. Ποιὸς ἦταν ὁ λόγος τοῦ φόβου αὐτοῦ; Γιατί τρόμαξαν ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Κυρίου;
Ὁ Κύριος εἶχε ἔλθει στὸν κόσμο καὶ διέθετε ὅλες τὶς ἡμέρες καὶ ὧρες τῆς ζωῆς Του, γιὰ τὴν ἐξυπηρέτηση ὅλου του κόσμου, γιὰ τὴν ἐξυπηρέτηση ὅσων εἶχαν ἀνάγκη τῆς Χάρης Του, τῆς εὐεργετικῆς παρουσίας Του, τῶν θαυμάτων Του. Ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, στὸ βιβλίο τῶν Πράξεων, μᾶς πληροφορεῖ, ὅτι «διῆλθεν εὐεργετῶν καὶ ἰώμενος πάντας». Τὰ θαύματα τοῦ Κυρίου εἶναι ἀναρίθμητα. Χιλιάδες ἀσθενεῖς, ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τῆς Παλαιστίνης καὶ τῶν ἄλλων περιοχῶν, ἔτρεχαν πλησίον τοῦ Κυρίου καὶ λάμβαναν τὴν θεραπεία ἀπὸ κάθε εἴδους ἀσθένεια, ἀπολάμβαναν τὴν ἄπειρη ἀγάπη καὶ τὶς δωρεές Του καὶ, μὲ βαθειὰ εὐλάβεια, Τὸν ἀκολουθοῦσαν παντοῦ. Κι ὅμως οἱ Γαδαρηνοὶ, μόλις Τὸν ἀντίκρυσαν, κυριεύθηκαν ἀπὸ φόβο μεγάλο• «φόβῳ μεγάλῳ συνείχοντο». Γιατί ὅμως τοὺς κατέλαβε αὐτὸς ὁ φόβος;
Ἀλήθεια, γιατί νὰ φοβηθοῦν τόσο; Ἀσφαλῶς, κι αὐτοὶ θὰ εἶχαν ἀκούσει, γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Ἀσφαλῶς, θὰ εἶχαν πληροφορηθεῖ, γιὰ τὰ ἄπειρα θαύματά Του. Ἄλλωστε, καὶ οἱ ἴδιοι προσωπικὰ, εἶδαν μὲ τὰ μάτια τους, ἕνα καταπληκτικὸ θαῦμα. Εἶδαν τὸν Κύριο, νὰ θεραπεύει ἕνα συμπατριώτη τους, ὁ ὁποῖος εἶχε καταληφθεῖ ἀπὸ ὁλόκληρη στρατιὰ πονηρῶν δαιμόνων.
Καὶ τὸ θαῦμα αὐτὸ ἦταν βέβαια, κατὰ πρῶτο καὶ κύριο λόγο, εὐεργεσία, γιὰ τὸν ἄνθρωπο αὐτό, ποὺ δοκιμαζόταν ἀπὸ τὰ δαιμόνια, ἀλλὰ καὶ γι’ αὐτούς. Γιατί, τὰ πονηρὰ δαιμόνια τὸν εἶχαν κάνει πολὺ ἐπικίνδυνο, γιὰ ἐκείνους, τὸν ἄνθρωπο αὐτό. Ὅπως ἀναφέρει ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος, ὁ δαιμονιζόμενος εἶχε καταντήσει ἄγριος, ἐπιθετικὸς καὶ πολὺ ἐπικίνδυνος, ὥστε νὰ μὴν τολμᾶ κανεὶς νὰ περάσει ἀπὸ τὸ δρόμο, ποὺ περνοῦσε αὐτὸς. Γιὰ νὰ αἰσθάνονται ἀσφαλεῖς ἀπ’ αὐτὸν καὶ νὰ ἀποφύγουν τὸν κίνδυνο, τὸν ἔδεναν μὲ ἁλυσίδες καὶ σιδερένια δεσμά. Μάταια ὅμως. Γιατί, αὐτὸς μὲ τὴν δύναμη τῶν δαιμόνων, ποὺ τὸν εἶχαν κυριεύσει, ἔσπαζε τὶς ἁλυσίδες καὶ τὰ δεσμά, ἐξαγριωνόταν, καὶ γινόταν περισσότερο ἐπιθετικός. Καὶ τώρα τὸν ἔβλεπαν «ἱματισμένον καὶ σωφρονοῦντα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ».
Τὸ γεγονὸς αὐτὸ, ἔπρεπε νὰ τοὺς γεμίσει ἀπὸ χαρά. Νὰ τοὺς δώσει θάρρος καὶ δύναμη, γιὰ νὰ ζητήσουν καὶ ἄλλες δωρεές, ὑλικὲς καὶ πνευματικές, ἀπὸ τὸν πανάγαθο Κύριο. Ἀντίθετα, αὐτοὶ «ἐφοβήθησαν», «φόβῳ μεγάλῳ συνείχοντο».
Κι αὐτὸ τὸ ἔπαθαν, γιατί εἶδαν καὶ ἕνα ἄλλο θαῦμα, ποὺ τρόμαξε τὴν ἔνοχη συνείδησή τους. Ποιὸ ἦταν αὐτό; Εἶδαν τὸν πνιγμὸ τῶν χοίρων. Τὰ κουφάρια τους ἔπλεαν στὰ νερὰ τῆς Τιβεριάδας. Ἀντιλήφθησαν πολὺ καλὰ οἱ Γαδαρηνοὶ, τὴν σημασία καὶ τὸν σκοπὸ τοῦ θαύματος αὐτοῦ. Ἦταν καθαρὰ μία παιδαγωγικὴ τιμωρία γι’ αὐτούς, διότι, παρὰ τὴν ἀπαγόρευση τοῦ Μωσαϊκοῦ νόμου, αὐτοὶ ἔτρεφαν, ἐμπορευόταν, καὶ πολὺ πιθανὸν νὰ ἔτρωγαν τοὺς χοίρους. Φανερὰ, καὶ χωρὶς κανένα πρόσχημα, ἦταν παραβάτες τῆς θείας ἐντολῆς, γιὰ νὰ κερδίζουν χρήματα. Ἐὰν ἡ θεραπεία τοῦ δαιμονισμένου μαρτυροῦσε τὴν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ, ὁ πνιγμὸς «τῆς ἀγέλης τῶν χοίρων» μαρτυροῦσε τὴν δικαιοσύνη Του. Ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἦταν ἔνοχοι, γιὰ τὴν παράβαση αὐτὴ τοῦ νόμου ἀλλὰ καὶ γιὰ ἄλλα ἁμαρτήματα, κυριεύθηκαν ἀπὸ φόβο. Γιατί, ἡ ἁμαρτία γεννάει πάντοτε φόβους στὴν καρδιὰ τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου, ποὺ δὲν μετανοεῖ.
Ἂν κάποιος μελετήσει τὴν συμπεριφορὰ ἁμαρτωλῶν ἀνθρώπων, πωρωμένων, θὰ διαπιστώσει πολλὰ πράγματα. Μία φοβερὴ συνέπεια τῆς ἁμαρτίας εἶναι ὁ φόβος ἀπέναντι στὸ Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους, εἶναι ἡ διαρκὴς ἀνησυχία. Ὁ ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος φοβᾶται τοὺς πάντες καὶ τὰ πάντα. Ἡ συνείδησή του τὸν ἐλέγχει, γιὰ τὶς ἀδικίες, ποὺ ἔχει διαπράξει στοὺς ἄλλους, γιὰ τὶς συκοφαντίες, ποὺ ἔχει διαδώσει, γιὰ ὅλα ὅσα ἔχει διαπράξει στὸ σκοτάδι τῆς νύκτας ἢ κρύπτοντας τὸν ἑαυτό του. Ακόμα, τοῦ καταλογίζει τὴν ἐνοχή του, τοῦ ὑπενθυμίζει, μὲ πολλοὺς τρόπους, τὸ λόγο τοῦ Κυρίου• «οὐκ ἔστι κρυπτόν, ὃ οὐ φανερὸν γενήσεται, οὐδὲ ἀπόκρυφον, ὃ οὐ γνωσθήσεται καὶ εἰς φανερὸν ἔλθη».
Ὁ ἔνοχος φοβᾶται, μήπως οἱ ἄλλοι ἔμαθαν ποιὸς πραγματικὰ εἶναι καὶ τί ἔχει κάνει στὴ ζωή του. Ἀπὸ τὸν φόβο καὶ τὴν ἀγωνία του παρεξηγεῖ καὶ τὴν πιὸ ἁπλῆ φράση τους, τὸ πιὸ ἀθῶο βλέμμα τους. Δίνει ἄλλη σημασία στὴν συμπεριφορά τους, τὴν κρίνει ἀνάλογα μὲ αὐτὸ, ποὺ ἔχει στὴν καρδιά του. Ἐὰν ἐκεῖνοι εἶναι ἀπασχολημένοι μὲ κάποια ὑπόθεσή τους καὶ δὲν τοῦ μιλήσουν καὶ δὲν τοῦ φερθοῦν μὲ ἐγκαρδιότητα, ἀμέσως ὑποπτεύεται, ὅτι προσπαθοῦν νὰ τὸν ἀποφύγουν, γιατί ἔμαθαν ποιὸς εἶναι. Ἐὰν οἱ ἁμαρτίες του εἶναι μεγάλες, ἐὰν εἶναι καταχρήσεις ἐξουσίας καὶ ἀπάτες, ἐὰν εἶναι ἐγκλήματα κατὰ τῆς ζωῆς καὶ τῆς τιμῆς τῶν ἄλλων, τότε ὁ φόβος του γίνεται ἀκόμη μεγαλύτερος, βαρὺς καὶ ἀνυπόφορος. Ὁ ἐγκληματίας, παντοῦ βλέπει ἐχθροὺς καὶ ἐκδικητές, ἕτοιμους νὰ τοῦ κάνουν κακό. Ὑποπτεύεται τοὺς πάντες, ἀκόμη καὶ τοὺς ἄμεσους συγγενεῖς του. Γίνεται φοβερὰ καχύποπτος. Βλέπει φανταστικοὺς κινδύνους. Χάνει τὸν ὕπνο του. Τρέμει μὲ τὸν παραμικρὸ θόρυβο, φωνάζει, ταλαιπωρεῖται ἀπὸ ἐφιάλτες, τὸν κυριεύει τὸ αἴσθημα τῆς φυγῆς. Σ’ αὐτὸν ἐφαρμόζεται ὁ θεόπνευστος λόγος, ἀπὸ τὸ βιβλίο τῶν Παροιμιῶν ὅτι• «φεύγει ὁ ἀσεβὴς μηδενὸς διώκοντος». «Φύλλων οἱ κτύποι ἐκφοβοῦσι λαγωούς», λέει ὁ Μέγας Βασίλειος. Αὐτὸ ἀκριβῶς συμβαίνει καὶ σ’ αὐτόν, τὸν φοβίζουν καὶ τὰ πιὸ ἀσήμαντα γεγονότα.
Στὸ σημεῖο αὐτὸ, πρέπει νὰ ποῦμε καὶ γιὰ ἕνα ἄλλο μεγάλο φόβο, τὸν ὁποῖο δημιουργεῖ στὴν καρδιὰ τοῦ ἀμετανόητου ἁμαρτωλοῦ ἡ συναίσθηση τῆς ἐνοχῆς καὶ τῆς εὐθύνης ἐνώπιον τοῦ Δικαιοκρίτου Θεοῦ. Ἡ συνείδηση, ἄλλοτε ἐντονότερα καὶ ἄλλοτε ἠπιότερα, πάντοτε, ὅμως, τοῦ ὑπενθυμίζει καὶ τοῦ ἐπαναλαμβάνει ὅτι θὰ δώσει λόγο, γιὰ τὶς πράξεις του ἐνώπιόν τοῦ Θεοῦ. Προσπαθεῖ, μάταια, ὅμως, νὰ πνίξει αὐτὴ τὴ φωνή. Δὲν θέλει, ἐξαιτίας τοῦ φόβου του νὰ ἀκούει γιὰ τὸν Θεό, γιὰ τὸ θεῖο Θέλημα, γιὰ τὸν θάνατο καὶ τὴ μέλλουσα κρίση.
Χριστιανοί μου, Ὅταν ὁ Φήλιξ, ὁ Ρωμαῖος αὐτὸς Ἡγεμόνας τῆς Καισάρειας, ἄκουσε τὸν Ἀπόστολο Παῦλο νὰ τοῦ μιλάει, γιὰ τὴ θεία δικαιοσύνη καὶ τὴ μέλλουσα κρίση, ἔγινε «ἔμφοβος». Τὸν κατέλαβε μεγάλος φόβος. Καὶ ὅπως πάντοτε κάνουν σὲ τέτοιες περιπτώσεις, ἄνθρωποι σὰν κι αὐτόν, διέκοψε τὸν Ἀπόστολο Παῦλο καὶ τοῦ εἶπε: «πρὸς τὸ παρὸν πήγαινε, ὅταν βρῶ εὐκαιρία θὰ σὲ καλέσω».
Ἡ ζωὴ τοῦ ἀμετανόητου ἁμαρτωλοῦ εἶναι ἀνήσυχη, ταραγμένη, γεμάτη φόβους καὶ ἀγωνίες. Ἀντίθετα, ἡ ζωὴ τοῦ πιστοῦ χριστιανοῦ, τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἤρεμη, εἰρηνική, χαρούμενη. Καὶ τοῦτο, γιατί πιστεύει καὶ ἀγαπᾶ τὸν Θεό, σέβεται καὶ ἀγαπᾶ τὸν πλησίον καὶ ἀγωνίζεται νὰ ζεῖ σύμφωνα μὲ θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Χριστιανοί μου, «εἰρήνη πολλὴ τοῖς ἀγαπῶσι τὸν νόμον» τοῦ Κυρίου. Ἀμήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου