Σάββατο, 22 Ιουνίου 2019

ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 12 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Ἀριθμός 32
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Ματθ. ιη΄ 23-35)
12 Αὐγούστου 2018
«Οὕτω καὶ ὁ πατήρ μου ὁ ἐπουράνιος ποιήσει ὑμῖν, ἐὰν μὴ ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν τὰ παραπτώματα αὐτῶν» (Ματθ. ιη΄ 35).
Μέσα ἀπὸ τὴ σημερινὴ παραβολὴ τοῦ κακοῦ καὶ ἄσπλαχνου δούλου, Χριστιανοί μου, ὁ Κύριός μας διδάσκει τὸ μεγάλο μάθημα τῆς ἀνεξικακίας καὶ τῆς συγγνώμης. Σὲ κάποια ἄλλη περίσταση, ὅταν παρέδιδε στοὺς Μαθητὲς Του, τὸν τύπο τῆς προσευχῆς, δίδαξε τὸ «ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν».
Τώρα, παραβολικὰ καὶ ἐποπτικὰ, διδάσκει τὸ ἴδιο πράγμα καὶ καταλήγει ὡς συμπέρασμα στὰ ἴδια λόγια, ποὺ εἶπε ὅταν δίδαξε τὸ «Πάτερ ἡμῶν…». Ἂν συγχωρεῖτε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, θὰ συγχωρεθεῖτε ἀπὸ τὸν Οὐράνιο Πατέρα. Ἂν δὲν συγχωρεῖτε, οὔτε Ἐκεῖνος θὰ σᾶς συγχωρήσει.
Παίρνοντας κι ἐμεῖς ἀφορμὴ ἀπὸ τὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα, ἂς ἀναφερθοῦμε στὸ μεγάλο θέμα τῆς ἀνεξικακίας καὶ τῆς συγγνώμης τῶν χριστιανῶν μεταξύ τους.
Γιὰ νὰ τοποθετήσουμε ὀρθὰ τὸν ἑαυτὸ του ὁ καθένας μας ἀπέναντι στοὺς ἄλλους ἀνθρώπους καὶ ἀπέναντι στὸν Θεό, πρέπει νὰ ξεκινήσουμε ἀπὸ ἐκεῖνο, ποὺ λέει ὁ Ἀπόστολος Ἰάκωβος, ὅτι «πολλὰ πταίομεν ἅπαντες». Ὅταν βάλουμε αὐτὸ καλὰ στὸ μυαλό μας καὶ συναισθανθοῦμε, ὅτι εἴμαστε κι ἐμεῖς ἄνθρωποι ἁμαρτωλοί, τότε θὰ βλέπουμε, ὅτι τὰ ἐμπόδια δὲν εἶναι τόσο μεγάλα ὅσο φαίνονται, ποὺ μᾶς χωρίζουν ἀπὸ τοὺς συνανθρώπους μας. Γιατί αὐτὸ, ποὺ ὀνομάζουμε μνησικακία, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ ὁ ἄνισος τρόπος, ποὺ κρίνουμε τὸν ἑαυτό μας καὶ τὸν ἀδελφό μας. Ἐὰν μᾶς φταῖνε γιὰ κάτι, ἔστω καὶ πολὺ μικρό, αὐτὸ εἶναι ἀσυγχώρητο. Ὅταν ὅμως ἐμεῖς οἱ ἴδιοι φταῖμε – καὶ ποιὸς δὲν φταίει – αὐτὸ δὲν τὸν ὑπολογίζουμε, γιατί ἀφορᾶ τὸν ἑαυτό μας.Κανεὶς δὲν εἶπε, ὅτι ἡ τιμωρία τῶν κακῶν εἶναι ἀπαίτηση τοῦ δικαίου, γιὰ νὰ σωφρονίζονται αὐτοὶ, ἐνῶ οἱ ὑπόλοιποι νὰ παραδειγματίζωνται. Γιὰ τοὺς κακοὺς ὑπάρχει ὁ νόμος καὶ τὸ δικαστήριο. Ἐμεῖς, ὅμως, καὶ μετὰ τὴν καταδίκη τους, ἐξακολουθοῦμε νὰ μνησικακοῦμε. Κι αὐτὸ, γιατί ζητᾶμε ἐπιμόνως προσωπικὴ ἱκανοποίηση. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἀνατρέπεται ἡ τάξη, ἡ ἀσφάλεια, ἡ εἰρήνη καὶ ἐπικρατεῖ ἀναρχία στὴ ζωή μας, ὅταν ὅλοι ἔχουμε δίκιο καὶ κανεὶς δὲν ἔχει ἄδικο. Ὅταν προσφεύγουμε καθημερινὰ στὰ δικαστήρια καὶ ψευδορκοῦμε, γιὰ νὰ βροῦμε τὸ δίκιο μας. Ὅταν ἀκόμη καὶ, μετὰ τὶς ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων, ἐμεῖς ἐξακολουθοῦμε τὰ μίση καὶ τὶς ἀντεκδικήσεις. Παρ’ ὅλα αὐτὰ ἐμεῖς ὀνομάζουμε τοὺς ἑαυτοὺς μας χριστιανούς. Πηγαίνουμε στὴν Ἐκκλησία. Νηστεύουμε καὶ μεταλαμβάνουμε. Λέμε καθημερινά: «καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν».
Στὸ σημεῖο αὐτὸ, ἀκριβῶς, πρέπει νὰ μιλήσουμε, γιὰ τὴ συγγνώμη. Ὄχι γιὰ νὰ μὴν θυμόμαστε καὶ νὰ ξεχνᾶμε σὲ ὅσα, τυχὸν, μᾶς βλάπτουν οἱ ἄλλοι, ἀλλὰ, γιὰ νὰ συγχωροῦμε. Περισσότερο τὸ δεύτερο ἀπὸ τὸ πρῶτο. Ἂν, ὅμως, προσευχόμαστε, γιὰ ἐκείνους, ποὺ μᾶς βλάπτουν, μιμούμενοι τὸν Χριστὸ μας πάνω στὸ Σταυρό, καὶ τὸν Πρωτομάρτυρα καὶ Πρωτοδιάκονο Στέφανο, αὐτὸ εἶναι ὁ ὕψιστος βαθμὸς τελειότητας. Κι αὐτὸ θὰ πεῖ νὰ συγχωροῦμε ὄχι μὲ λόγια, ἀλλὰ μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά μας, «ἀπὸ τῶν καρδιῶν ἡμῶν», μᾶς λέει σήμερα τὸ ἱερό Εὐαγγέλιο.
Ποῦ εἶναι τὸ δύσκολο καὶ τὸ ἀδύνατο νὰ συγχωροῦμε ἐκείνους, πού μᾶς ἔκαναν κάτι; Νὰ δώσουμε συγγνώμη σὲ ἐκεῖνο, πού, τυχὸν, μᾶς ἔβλαψε; Ἀντίθετα, κόπος καὶ πόνος εἶναι νὰ μὴ δίδουμε συγχώρεση καὶ νὰ καιγόμαστε καὶ νὰ λιώνουμε ἀπὸ τὸ μεγάλο αὐτὸ πάθος τῆς μνησικακίας. Ἐὰν προσπαθοῦμε, μὲ ἀνθρώπινους συλλογισμοὺς, νὰ τὸ ἀποδείξουμε, θὰ μᾶς ἦταν πολὺ δύσκολο, ἐπειδὴ θὰ εἴχαμε νὰ ἀντικρούσομε πολλὲς ἀντιρρήσεις. Ὅμως, ἡ διαβεβαίωση τοῦ Κυρίου μας εἶναι ρητή: «Ἐὰν γὰρ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος».
Στὸ σημεῖο αὐτὸ ἔχει θέση ἡ ἀνθρώπινη λογική. Ἐκεῖνοι, ποὺ δὲν ἔχουν τὴ θέληση καὶ τὴ δύναμη νὰ συγχωροῦν, εἶναι ἀσύνετοι, παράλογοι καὶ προδότες τῆς σωτηρίας τους. Ὅπως ὁ Κύριός μας εἶπε, ὀφείλουμε νὰ συγχωροῦμε τοὺς ἀδελφούς μας «ἑβδομηκοντάκις ἑπτά», γιὰ νὰ συγχωρήσει ὁ Θεὸς καὶ τὰ δικά μας ἀμέτρητα ἁμαρτήματα. Ὅσο περισσότερο παρέχω τὴν συγχώρησή μου, τόσο περισσότερο ὁ Θεὸς συγχωρεῖ τὰ δικά μου πταίσματα. Ὥστε, λοιπόν, ἐκεῖνος, ποὺ ἐμεῖς νομίζουμε, ὅτι μᾶς βλάπτει, εἶναι ἀντίθετα ὁ φίλος καὶ εὐεργέτης μας, γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς μας. Ἀκόμη, περισσότερο, ἐκείνους, ποὺ, τυχὸν, εὐεργετήσαμε κι αὐτοὶ μᾶς βλάπτουν, ἐμεῖς τοὺς συγχωροῦμε. Ὅποιος ἐνεργεῖ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ, πλησιάζει τὸν Θεό, ποὺ «ἀνατέλλει τὸν ἥλιον αὐτοῦ ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθούς».
Ὅταν ἔχουμε στὰ χέρια μᾶς ἕνα τέτοιο μέσο, γιὰ νὰ μᾶς συγχωρήσει ὁ Θεός, δέν πρἐπει νά ζητᾶμε τίποτα ἄλλο. Ἂς βγάλουμε, λοιπὸν, ἀπὸ τὴν ψυχή μας, τὸ πάθος τῆς μνησικακίας. Ἂς δώσουμε συγχώρηση σὲ ὅλους, ποὺ, τυχὸν, μᾶς ἔβλαψαν. Ἂς κλίνουμε τὰ γόνατα τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος καὶ νὰ προσευχηθοῦμε, βέβαιοι, ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς ἀκούει. Ἂς Τοῦ ποῦμε: «Συγχωροῦμε, Κύριε, τούς πάντες. Συγχώρεσέ μας». Καὶ τί εἶναι ὁ Θεὸς καὶ τί εἴμαστε ἐμεῖς, γιὰ νὰ συγχωροῦμε καὶ νὰ παίρνει ἡ πράξη μας αὐτὴ τὴν ἴδια ἀξία μὲ τὴν πράξη τοῦ Θεοῦ;
Χριστιανοί μου, ἐμεῖς, πράγματι, δὲν εἴμαστε τίποτε, παρὰ μόνο ἄνθρωποι ἁμαρτωλοί, μὲ ἀδυναμίες καὶ πάθη. Ἀλλὰ, ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, ποὺ θέλει νὰ μᾶς σώσει, «ὁ πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι», βρῆκε τρόπο νὰ τὸ ἐπιτύχει καὶ λέει πρὸς τὸν καθένα μας· «ἐν ὧ μέτρῳ μετρεῖτε μετρηθήσεται ὑμῖν… Ἀφίετε, εἴ τι ἔχετε κατὰ τινος, ἵνα καὶ ὁ πατὴρ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς ἀφῇ ὑμῖν τὰ παραπτώματα ὑμῶν. Ἀφίετε…ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν». Ἄς τό προσπαθήσουμε... Ἀμήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου