Σάββατο, 25 Απριλίου 2015

26 Ἀ­πρι­λί­ου 2015 - Κυ­ρια­κή τῶν Μυ­ρο­φό­ρων

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ
Ἀ­ριθ­μὸς 17
26 Ἀ­πρι­λί­ου 2015
Κυ­ρια­κή τῶν Μυ­ρο­φό­ρων
(Πράξ. στ΄, 1-7)

«Ἐ­γέ­νε­το γογ­γυ­σμός τῶν ἑλ­λη­νι­στῶν πρός τούς Ἑ­βραί­ους»
(Πράξ. στ΄, 1)

Στήν πρώ­τη Ἐκ­κλη­σί­α, ἀ­δελ­φοί μου, στήν ἀ­πο­στο­λι­κή ἐ­πο­χή, ἡ ἀ­ρε­τή τῶν πι­στῶν εἶ­χε φθά­σει σέ με­γά­λα ὕ­ψη πού προ­κα­λοῦ­σε τόν θαυ­μα­σμό τῶν εἰ­δω­λο­λα­τρῶν καί τῶν ἀ­πί­στων ἀ­κό­μη.
Οἱ ἄν­θρω­ποι πού ἄ­κου­γαν τό κή­ρυγ­μα τῶν ἀ­πο­στό­λων καί ἔ­βλε­παν πῶς ζοῦ­σαν οἱ πρῶ­τοι χρι­στια­νοί, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἔ­κα­ναν πρά­ξη τό κή­ρυγ­μα, με­τα­νο­οῦ­σαν, πί­στευ­αν καί βα­φτί­ζον­ταν ἐ­πει­δή ἀ­κρι­βῶς ζή­λευ­αν, μέ τήν κα­λή ἔν­νοι­α, αὐ­τούς τούς πρώ­τους χρι­στια­νούς.

Ἡ ἐν­το­λή τοῦ Χρι­στοῦ μας «ἀ­γα­πᾶ­τε ἀλ­λή­λους» εἶ­χε ἐ­φαρ­μο­σθεῖ ἀ­πό τούς πι­στούς, μέ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τή δη­μι­ουρ­γί­α μιᾶς νέ­ας κοι­νω­νί­ας πού δέν μπο­ροῦ­σαν νά φαν­τα­στοῦν καί οἱ με­γα­λύ­τε­ροι με­ταρ­ρυθ­μι­στές τῆς κοι­νω­νί­ας. Τό μῖ­σος πού δια­ιρεῖ τούς ἀν­θρώ­πους σέ κόμ­μα­τα καί φα­τρί­ες εἶ­χε πα­ρα­με­ρι­σθεῖ ἀ­πό τήν ἀ­γά­πη πού ἑ­νώ­νει καί φέρ­νει τήν εὐ­τυ­χί­α.

Δέν ζοῦ­σαν μό­νο γιά τόν ἑ­αυ­τό τους καί τήν οἰ­κο­γέ­νειά τους, δέν ζοῦ­σαν γιά τά ἐ­λε­ει­νά μι­κρο­συμ­φέ­ρον­τά τους, δέν ἔ­βλε­παν πῶς θά αὐ­ξή­σουν τήν πε­ρι­ου­σί­α τους εἰς βά­ρος τῶν ἄλ­λων. Ἡ ἀ­γά­πη τούς εἶ­χε ὁ­δη­γή­σει σέ κά­τι δι­α­φο­ρε­τι­κό, σέ κά­τι με­γα­λει­ῶ­δες πού τό θαύ­μα­ζαν ὅ­λοι. Ζοῦ­σαν γιά τούς ἄλ­λους, γιά τήν κοι­νό­τη­τα. Δέν ἔ­βλε­παν ὁ ἕ­νας τόν ἄλ­λο σάν ἐ­χθρό ἀλ­λά σάν φί­λο, πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο σάν ἀ­δελ­φό μέ κοι­νό Πα­τέ­ρα τό Θε­ό. Ὅ­ταν ἐκ­φω­νοῦ­σαν τό «Πά­τερ ἡ­μῶν» ἔ­νι­ω­θαν αὐ­τή τήν ἑ­νό­τη­τα καί θερ­μαί­νον­ταν οἱ καρ­δι­ές τους.

Τά ὑ­λι­κά ἀ­γα­θά πού εἶ­χαν δέν τά θε­ω­ροῦ­σαν ὡς μέ­σα γιά τή δι­κή τους ἐ­ξυ­πη­ρέ­τη­ση, ἀ­δι­α­φο­ρών­τας γιά τούς ἄλ­λους, ἀλ­λά ὡς μέ­σα γιά τήν ἐ­ξυ­πη­ρέ­τη­ση ὅ­λης τῆς κοι­νό­τη­τας. Ἔ­κλαι­γε κά­ποι­ος; Χί­λια χέ­ρια ἦ­ταν ἕ­τοι­μα νά σκου­πί­σουν τά δά­κρυ­ά του. Δέν ὑ­πῆρ­χαν φτω­χοί πού ἀ­ναγ­κά­ζον­ταν νά ζη­τι­α­νέ­ψουν για­τί ὅ­λα ἦ­ταν κοι­νά. Ἡ ἀλ­λη­λεγ­γύ­η ἦ­ταν θαυ­μα­στή. Καί ὅ­πως ὅ­ταν πά­σχει ἕ­να μέ­λος τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου σώ­μα­τος συμ­πά­σχει ὅ­λο τό σῶ­μα, ἔ­τσι καί οἱ χρι­στια­νοί τῆς πρώ­της ἐ­κεί­νης ἐ­πο­χῆς ἐν­δι­α­φέ­ρον­ταν καί συ­νέ­πα­σχαν στίς ἀ­νάγ­κες τῶν ἀ­δελ­φῶν τους.

Μό­νο ἄν­θρω­ποι πού λα­τρεύ­ουν τόν Τρι­α­δι­κό Θε­ό καί ὄ­χι τήν ὕ­λη τήν ὁ­ποί­α θε­ω­ροῦν ὡς μέ­σο γιά τήν πραγ­μα­το­ποί­η­ση ἑ­νός ἰ­δε­ώ­δους, αὐ­τοί μό­νο μπο­ροῦν νά ζή­σουν ἀγ­γε­λι­κή ζω­ή. Ὅ­ταν ὅ­μως ἀ­πό τήν καρ­διά ξε­ρι­ζώ­νε­ται ὁ Θε­ός καί παίρ­νει τή θέ­ση του τό χρῆ­μα, τό συμ­φέ­ρον, τό­τε ὁ ἄν­θρω­πος γί­νε­ται ἐ­γω­ι­στής, κτῆ­νος καί εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον νά ζή­σει αὐ­τή τήν ἀ­νώ­τε­ρη ζω­ή.

Ἀλ­λά καί σ’ αὐ­τή τήν ἰ­δε­ώ­δη κοι­νω­νί­α «πλη­θυ­νόν­των τῶν μα­θη­τῶν» ἀ­κού­σθη­καν πα­ρά­πο­να. Οἱ Ἑ­βραῖ­οι Χρι­στια­νοί πού εἶ­χαν τήν κα­τα­γω­γή τους ἀ­πό ξέ­νες χῶ­ρες καί μι­λοῦ­σαν τήν ἑλ­λη­νι­κή γλῶσ­σα, γι’ αὐ­τό λέ­γον­ταν ἑλ­λη­νι­στές, ἄρ­χι­σαν νά πα­ρα­πο­νοῦν­ται, νά γογ­γύ­ζουν. Ἡ αἰ­τί­α; Στή δι­α­νο­μή τρο­φί­μων ἄρ­χι­σαν νά γί­νον­ται ἀ­δι­κί­ες καί νά πα­ρα­με­ρί­ζον­ται οἱ χῆ­ρες τῶν ἑλ­λη­νι­στῶν ἀ­πό τούς Ἑ­βραί­ους Χρι­στια­νούς. Ἡ με­ρί­δα τῶν ἑλ­λη­νι­στῶν Ἰ­ου­δαί­ων ἦ­ταν ἡ πιό φτω­χή τῆς κοι­νό­τη­τας. Ἐ­πει­δή κα­τοι­κοῦ­σαν σέ ξέ­νες χῶ­ρες, δέν εἶ­χαν πε­ρι­ου­σί­α ὅ­πως οἱ ντό­πιοι καί ἡ προ­σφο­ρά τους στό κοι­νό τα­μεῖ­ο ἦ­ταν μι­κρή. Οἱ Ἀ­πό­στο­λοι τοῦ Χρι­στοῦ δέν ἔ­κα­ναν καμ­μί­α δι­ά­κρι­ση με­τα­ξύ τῶν δύ­ο αὐ­τῶν ὁ­μά­δων. Φαί­νε­ται ὅ­μως ὅ­τι δι­ά­φο­ροι Ἑ­βραῖ­οι τῆς Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ πού βο­η­θοῦ­σαν στά συσ­σί­τια ἔ­κα­ναν κά­ποι­ες δι­α­κρί­σεις, μέ τή σκέ­ψη πώς ἀ­φοῦ προ­σφέ­ρε­τε λι­γό­τε­ρα δι­και­οῦ­σθε καί λι­γό­τε­ρα.

Οἱ Ἀ­πό­στο­λοι φυ­σι­κά δέν ἀ­δι­α­φό­ρη­σαν γιὰ τό ζή­τη­μα. Κά­λε­σαν ὅ­λους τοὺς πι­στούς καί εἶ­παν: «Δέν εἶ­ναι σω­στό καί ἀ­ρε­στό στό Θε­ό νά ἀ­φή­σου­με τό κή­ρυγ­μα τοῦ Θεί­ου Λό­γου καί νά ὑ­πη­ρε­τοῦ­με στά τρα­πέ­ζια τοῦ φα­γη­τοῦ. Γι’ αὐ­τό ἐ­κλέ­ξε­τε ἀ­νά­με­σά σας ἑ­πτά ἄν­δρες, οἱ ὁ­ποῖ­οι νά ἔ­χουν κα­λή μαρ­τυ­ρί­α ἀ­πό ὅ­λους, νά εἶ­ναι δέ γε­μᾶ­τοι ἀ­πό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα καί σο­φί­α, τούς ὁ­ποί­ους ἐ­μεῖς θά ἐγ­κα­τα­στή­σου­με στήν ὑ­πη­ρε­σί­α αὐ­τή». Βλέ­που­με ὅ­τι οἱ Ἀ­πό­στο­λοι δέν ἄρ­χι­σαν τίς πα­ρα­τη­ρή­σεις, δέν ἔ­στη­σαν δι­κα­στή­ρια γιά νά τι­μω­ρή­σουν τούς φταῖ­χτες. Λει­τούρ­γη­σαν μέ δη­μο­κρα­τι­κό τρό­πο καί ἡ πρό­τα­σή τους ἔ­γι­νε δε­κτή ἀ­πό ὅ­λους μέ ἀ­να­κού­φι­ση. Ἐ­κεῖ­νο πού ἐν­τυ­πω­σιά­ζει εἶ­ναι τά προ­σόν­τα πού ζή­τη­σαν οἱ Ἀ­πό­στο­λοι γιά τούς ἑ­πτά δι­α­κό­νους: «Πλή­ρεις Πνεύ­μα­τος Ἁ­γί­ου καί σο­φί­ας». Ὄ­χι μό­νο δρα­στή­ριοι καί ἔ­ξυ­πνοι, ἀλ­λά νά ἔ­χουν καί πνευ­μα­τι­κή ζω­ή. Γιά ἕ­να ἔρ­γο ὑ­λι­κό ζη­τοῦν ἀ­πό αὐ­τούς τούς ἐρ­γά­τες νά ἔ­χουν γε­μά­τη τήν ψυ­χή τους ἀ­πό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα.

Καί στήν πιό καλ­λι­ερ­γη­μέ­νη χρι­στι­α­νι­κή κοι­νω­νί­α, ἀ­φοῦ αὐ­τή ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πό ἀ­τε­λεῖς ἀν­θρώ­πους, θά ἀ­κού­γον­ται πα­ρά­πο­να καί γογ­γυ­σμοί. Ὑ­πάρ­χουν πε­ρι­πτώ­σεις πού ἄν­θρω­ποι, οἱ ὁ­ποῖ­οι ὅ­σο κι ἄν ἐ­ξυ­πη­ρε­τοῦν­ται δέν παύ­ουν νά πα­ρα­πο­νοῦν­ται, νά δι­α­μαρ­τύ­ρον­ται. Τά παι­διά γογ­γύ­ζουν ἐ­ναν­τί­ον τῶν γο­νέ­ων τους πού μέ­ρα νύ­χτα κο­πιά­ζουν γι’ αὐ­τά. Μα­θη­τές γογ­γύ­ζουν ἐ­ναν­τί­ον κα­λῶν δα­σκά­λων πού μο­χθοῦν γιά τήν πρό­ο­δό τους. Ἐ­νο­ρῖ­τες γογ­γύ­ζουν ἐ­ναν­τί­ον εὐ­σε­βῶν ἱ­ε­ρέ­ων πού ἐν­δι­α­φέ­ρον­ται γιά τήν πνευ­μα­τι­κή πρό­ο­δο τῆς ἐ­νο­ρί­ας τους.

Τί κα­κό πρᾶγ­μα, ἀ­δελ­φοί μου, ἡ γκρί­νια! Αὐ­τή γεν­νᾶ τούς μεμ­ψί­μοι­ρους, τούς ψι­θυ­ρι­στές πού συ­κο­φαν­τοῦν καί τούς πιό με­γά­λους εὐ­ερ­γέ­τες τους. Αὐ­τή ἡ γκρί­νια δι­α­λύ­ει οἰ­κο­γέ­νει­ες καί κοι­νω­νί­ες. Νά μήν γκρι­νι­ά­ζου­με λοι­πόν, νά μήν γογ­γύ­ζου­με, ἀλ­λά νά λέ­με «Δό­ξα τῷ Θε­ῷ» γι’ αὐ­τά πού ἔ­χου­με καὶ γι’ αὐ­τά πού δέν ἔ­χο­με. Ἀ­μήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου