Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2015

15 Μαρτίου 2015 - Κυριακὴ Γ΄ Νηστειῶν

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ
Ἀ­ριθ­μὸς 11
Κυ­ρια­κὴ Γ΄ Νη­στει­ῶν
15 Μαρ­τί­ου 2015
(Ἑ­βρ. δ΄ 14 – ε΄, 6)

«Κρα­τῶ­μεν τῆς ὁ­μο­λο­γί­ας» (Ἑ­βρ. δ΄, 14)

Σή­με­ρα, ἀ­δελ­φοί μου, βρι­σκό­μα­στε στή μέ­ση τῆς Μ. Τεσ­σα­ρα­κο­στῆς καὶ ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας προ­βάλ­λει ἐ­νώ­πιόν μας τόν Τί­μιο Σταυ­ρό τοῦ Κυ­ρί­ου καί μᾶς κα­λεῖ νά Τόν προ­σκυ­νή­σου­με γιά νά λά­βου­με Χά­ρη. Ὠ­κε­α­νός τά δι­δάγ­μα­τα ἀ­πό ὅ­λα αὐ­τά πού ἀ­κού­γον­ται σή­με­ρα στούς Ἱ­ε­ρούς Να­ούς. Ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τά ἄς ἐ­ξε­τά­σου­με μί­α λέ­ξη: «Κρα­τῶ­μεν τῆς ὁ­μο­λο­γί­ας», λέ­ει ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος. Τί ση­μαί­νει ὁ­μο­λο­γί­α;

Ὑ­πάρ­χει ὁ­μο­λο­γί­α στή γλώσ­σα τοῦ κό­σμου. Τό κρά­τος ὅ­ταν βρε­θεῖ στήν ἀ­νάγ­κη, στρέ­φε­ται στούς πο­λί­τες του καί λέ­ει: «ζη­τῶ τά χρή­μα­τά σας», καί ὑ­πό­σχε­ται τό­κους, κλη­ρώ­σεις καί ὁ λα­ός δί­νει ἐμ­πι­στο­σύ­νη, ἀ­νοί­γει τό κομ­πό­δε­μά του, ἐμ­πι­στεύ­ε­ται τίς οἰ­κο­νο­μί­ες του στό κρά­τος. Κι ἐ­κεῖ­νο δί­νει ἕ­να χαρ­τί, μί­α ὁ­μο­λο­γί­α, πά­νω στήν ὁ­ποί­α γρά­φει ἕ­να νού­με­ρο. Εἶ­ναι δύ­σκο­λο νά γρά­ψει ἕ­να νού­με­ρο; Ὅ­ταν ἔρ­χε­ται ἡ ὥ­ρα νά ἐ­ξο­φλή­σει, κλεί­νει τίς θυ­ρί­δες τῶν τρα­πε­ζῶν καί ἀ­φοῦ ἔ­χει σπα­τα­λή­σει τά χρή­μα­τα τῶν πο­λι­τῶν του, ἀρ­νεῖ­ται νά τά ἐ­πι­στρέ­ψει ἤ δί­νει ψί­χου­λα. Οἱ ὁ­μο­λο­γί­ες κα­ταν­τοῦν ἄ­χρη­στα χαρ­τιά καί οἱ ὁ­μο­λο­γι­οῦ­χοι αἰ­σθά­νον­ται τήν ἐ­πα­λή­θευ­ση τῆς Γρα­φῆς: «Μὴ πε­ποί­θα­τε ἐπ᾿ ἄρ­χον­τας, ἐ­πὶ υἱ­οὺς ἀν­θρώ­πων, οἷς οὐκ ἔ­στι σω­τη­ρί­α» (Ψαλμ. 145, 3).

Ὑ­πάρ­χει καί ἡ ὁ­μο­λο­γί­α πού δί­νει ὁ Θε­ός, μί­α ὁ­μο­λο­γί­α πού ὑ­πο­γρά­φει ὄ­χι ὁ ἄλ­φα ἤ βή­τα κυ­βερ­νή­της, ἀλ­λά «ὁ βα­σι­λεύς τῶν βα­σι­λευ­όν­των καί κύ­ριος τῶν κυ­ρι­ευ­όν­των». Εἶ­ναι ἡ ὁ­μο­λο­γί­α γιά τήν ὁ­ποί­α μι­λά­ει ὁ Ἀ­πό­στο­λος τῶν ἐ­θνῶν. Εἶ­ναι ἡ ἀ­σφα­λής βε­βαί­ω­ση πώς ὅ,τι ὑ­πό­σχε­ται θά μᾶς τό δώ­σει. Ὑ­πό­σχε­ται «οὐ μὴ σε ἀ­νῶ οὐ­δ' οὐ μὴ σε ἐγ­κα­τα­λί­πω». Παι­δί μου, δέν θά σ’ ἐγ­κα­τα­λεί­ψω πο­τέ. Ὑ­πό­σχε­ση τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι τό «πλού­σιοι ἐ­πτώ­χευ­σαν καί ἐ­πεί­να­σαν, οἱ δέ ἐκ­ζη­τοῦν­τες τόν Κύ­ριον οὐκ ἐ­λατ­τω­θή­σον­ται παν­τός ἀ­γα­θοῦ». Ὁ­μο­λο­γί­α καί ὑ­πό­σχε­ση τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι τό «ἐ­άν παι­δί μου μέ ὁ­μο­λο­γή­σεις ἐμ­πρός στούς ἀν­θρώ­πους, θά σέ ὁ­μο­λο­γή­σω καί ἐ­γώ ἐ­νώ­πιον τῶν ἁ­γί­ων ἀγ­γέ­λων» (Λουκ. 12, 8).

Ὁ­μο­λο­γί­α ἐκ μέ­ρους τοῦ ἀν­θρώ­που τί εἶ­ναι; Ὅ­πως τό παι­δά­κι ἔ­χει ἐμ­πι­στο­σύ­νη τυ­φλή στή μά­να του, για­τί ξέ­ρει ὅ­τι πο­τέ αὐ­τή δέν θά τοῦ δώ­σει κά­τι ἐ­πι­βλα­βές, ἔ­τσι ὁ χρι­στια­νός ἐμ­πι­στεύ­ε­ται τόν ἑ­αυ­τό του στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ. Ὁ νοῦς νά πεῖ: «Κύ­ρι­ε, δέ­χο­μαι ὅ,τι δι­δά­σκεις», ἡ καρ­δί­α νά πεῖ: «Κύ­ρι­ε, σ’ ἀ­γα­πῶ», ἡ θέ­λη­ση νά πεῖ: «Κύ­ρι­ε, ὑ­πο­τάσ­σο­μαι στό θέ­λη­μά σου». Ὁ­μο­λο­γί­α λοι­πόν ἴ­σον πί­στις.

Δύ­ο ση­μεῖ­α το­νί­ζον­ται στό ἀ­πο­στο­λι­κό ἀ­νά­γνω­σμα: Ἡ θλι­βε­ρή ὁ­μο­λο­γί­α καί ἡ φω­τει­νή ὁ­μο­λο­γί­α. Ἡ θλι­βε­ρή ὁ­μο­λο­γί­α εἶ­ναι ὅ­τι ὅ­λοι ἀ­νε­ξαρ­τή­τως οἱ ἄν­θρω­ποι ἀ­πό τόν Ἀ­δάμ μέ­χρι καί τόν τε­λευ­ταῖ­ο πού θά γεν­νη­θεῖ πρίν τήν Δευ­τέ­ρα Πα­ρου­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ μας, ἐ­κτός ἀ­πό ἕ­ναν, τόν Θε­άν­θρω­πο Κύ­ριο, ὅ­λοι δι­α­τε­λοῦ­με ὑ­πό τό κρά­τος τῆς ἁ­μαρ­τί­ας. Με­ρι­κοί ἐ­πι­πό­λαι­οι λέ­νε: Ἐ­γώ δέν ἔ­χω ἁ­μαρ­τί­ες, δέν σκό­τω­σα, δέν ἔ­κλε­ψα, δέν ἀ­τί­μα­σα. Λοι­πόν; Εἶ­σαι ἐν­τά­ξει; Ἐ­άν τό λές αὐ­τό δέν κα­τά­λα­βες τό Εὐ­αγ­γέ­λιο. Τό κα­ρά­βι βου­λιά­ζει ὅ­ταν πέ­σει πά­νω σέ ἕ­να βρά­χο με­γά­λο καί κο­πεῖ με­γά­λο μέ­ρος τῆς λα­μα­ρί­νας του, ἀλ­λά καί ὅ­ταν χτυ­πή­σει στά ὕ­φα­λα καί ἀ­νοί­ξει μι­κρό­τε­ρη τρύ­πα. Ὁ ἄν­θρω­πος δέν πνί­γε­ται μό­νο στό με­γά­λο βά­θος τῆς θά­λασ­σας ἀλ­λά καί σέ ἕ­να γό­να­το νε­ρό. Ὁ ἄν­θρω­πος πε­θαί­νει ὄ­χι μό­νο ἀ­πό μί­α με­γά­λη ἀ­σθέ­νεια ἀλ­λά κι ἀ­πό ἕ­να μι­κρό­βιο. Τί ση­μαί­νουν αὐ­τά; Ὅ­τι φτά­νει ἕ­να μι­κρό­βιο ἁ­μαρ­τί­ας νά μᾶς κά­νει ἁ­μαρ­τω­λούς. Κλέ­φτης δέν εἶ­ναι μό­νο αὐ­τός πού κλέ­βει ἑ­κα­τομ­μύ­ρια ἀλ­λά καί αὐ­τός πού κλέ­βει ἕ­να πορ­το­κά­λι ἤ ἕ­να λου­λού­δι.

Εἴ­μα­στε λοι­πόν ὅ­λοι ἁ­μαρ­τω­λοί καί ἔ­νο­χοι στή συ­νεί­δη­σή μας, ἀ­πέ­ναν­τι στούς συ­ναν­θρώ­πους μας τούς ὁ­ποί­ους ἀ­δι­κοῦ­με, ἀ­πέ­ναν­τι στόν ἅ­γιο Θε­ό. Καί ὁ ἔ­νο­χος προ­κα­λεῖ τήν ὀρ­γή τοῦ Θε­οῦ. Δέν εἶ­ναι παι­χνί­δι, εἶ­ναι κά­τι τρο­με­ρό: «φο­βε­ρόν τό ἐμ­πε­σεῖν εἰς χεῖ­ρας Θε­οῦ ζῶν­τος». Καί ὁ Θε­ός μπο­ρεῖ νά χρη­σι­μο­ποι­ή­σει ποι­κί­λα μέ­σα γιά τήν δι­α­παι­δα­γώ­γη­σή μας.

Τό δεύ­τε­ρο ση­μεῖ­ο εἶ­ναι ἡ φω­τει­νή ὁ­μο­λο­γί­α. Ὅ­ταν ὁ­μο­λο­γή­σου­με τήν ἁ­μαρ­τω­λό­τη­τά μας, τήν ἀ­σθέ­νειά μας, τό­τε βρί­σκου­με καί τό για­τρό καί τό φάρ­μα­κο τῆς θε­ρα­πεί­ας μας. Καί τό φάρ­μα­κο εἶ­ναι τό τί­μιο Αἷ­μα τοῦ Χρι­στοῦ μας. Ὅ­σο πολ­λά καί με­γά­λα κι ἄν εἶ­ναι τά ἁ­μαρ­τή­μα­τά μας νά μή φο­βό­μα­στε. Φτά­νει μί­α στα­γό­να ἀ­πό τό Αἷ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου καί Θε­οῦ μας γιά νά σβή­σουν ὅ­λα. «Τό αἷ­μα Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ… κα­θα­ρί­ζει ἡ­μᾶς ἀ­πό πά­σης ἁ­μαρ­τί­ας». Καί ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος μᾶς συμ­βου­λεύ­ει: «προ­σερ­χώ­με­θα με­τά παρ­ρη­σί­ας τῷ θρό­νῳ τῆς χά­ρι­τος». Ὁ δέ θρό­νος τῆς χά­ρι­τος εἶ­ναι ὁ Σταυ­ρός τοῦ Χρι­στοῦ μας. Ἀ­πό κεῖ ρί­χνει τό βλέμ­μα Του πά­νω στήν ἁ­μαρ­τω­λή ἀν­θρω­πό­τη­τα καί μέ τό Αἷ­μά Του λυ­τρώ­νει καί σώ­ζει τόν κό­σμο.

Ἕ­νας δι­δά­σκα­λος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας λέ­ει ὅ­τι ἄν κά­ποι­ος γλι­στρών­τας κα­τρα­κυ­λᾶ στήν ἄ­βυσ­σο καί πιά­σει τό σκοι­νί πού τοῦ ρί­χνουν, σώ­ζε­ται. Ἀ­δελ­φοί μου, ἄ­βυσ­σος εἶ­ναι τά πά­θη μας, οἱ ἁ­μαρ­τί­ες μας. Ὁ Χρι­στός μας ὁ μό­νος Σω­τή­ρας τοῦ κό­σμου μᾶς ἔρ­ρι­ξε σκοι­νί. Ἄς τό ἁρ­πά­ξου­με γιά νά σω­θοῦ­με καί νά φτά­σου­με στόν οὐ­ρα­νό. Ἀ­μήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου