Σάββατο, 17 Ιανουαρίου 2015

Κυριακὴ 18 Ἰανουαρίου 2015 - Τῶν Ἁγίων Ἀθανασίου καί Κυρίλλου.

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ
Ἀ­ριθ­μὸς 3
Κυ­ρια­κὴ 18 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 2015
Τῶν Ἁ­γί­ων Ἀ­θα­να­σί­ου καί Κυ­ρίλ­λου 
Ἑ­βρ. ι­γ’ 7-16

«Μνη­μο­νεύ­ε­τε τῶν ἡ­γου­μέ­νων ὑ­μῶν… ὧν ἀ­να­θε­ω­ροῦν­τες τήν ἔκ­βα­σιν τῆς ἀ­να­στρο­φῆς μι­μεῖ­σθε τήν πί­στιν».

Ἡ πα­ραγ­γε­λί­α τοῦ ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου, ἀ­γα­πη­τοί μου ἀ­δελ­φοί, ἀ­φορᾶ σ’ ὅ­λους τούς πι­στούς κά­θε ἐ­πο­χῆς. Ἀ­πευ­θύ­νε­ται στόν κα­θέ­να μας καί το­νί­ζει τήν ἀ­νάγ­κη ­νά θυ­μό­μα­στε τούς Ἀ­πο­στό­λους καί με­γά­λους δι­δα­σκά­λους μας, τούς ἥ­ρω­ες καί μάρ­τυ­ρες τῆς πί­στης μας. Νά φέρ­νε­τε, λέ­ει, στό νοῦ σας καί νά με­λε­τᾶ­τε μέ εὐ­λά­βεια τό κα­τά Θε­όν τέ­λος τοῦ βί­ου καί τῆς ἐ­νά­ρε­της συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς τους καί νά μι­μεῖ­σθε τήν πί­στη τους, πού ἦ­ταν τό­σο φλο­γε­ρή.

Σή­με­ρα γι­ορ­τά­ζου­με δύ­ο Πα­τριά­ρχες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας: Τόν Ἅ­γιο Ἀ­θα­νά­σιο καί τόν Ἅ­γιο Κύ­ριλ­λο. Καί οἱ δύ­ο ἀ­γω­νί­στη­καν γιά τήν πί­στη καί τήν ἀ­λή­θεια. Εἶ­ναι γνω­στά πό­σα μαρ­τύ­ρια, ἐ­ξο­ρί­ες, βά­σα­να ὑ­πέ­στη­σαν γιά τήν χρι­στι­α­νι­κή πί­στη, ἰ­δι­αί­τε­ρα ὁ Μέ­γας Ἀ­θα­νά­σιος. Δέν λύ­γι­σε, ὅ­μως, πο­τέ στίς τό­σες κα­ται­γί­δες. Γιά τήν ἀ­λή­θεια ἀ­γω­νί­στη­καν ἐ­νάν­τιον τῶν αἱ­ρε­τι­κῶν. Αὐ­τήν ζή­τη­σαν νά κρα­τή­σουν ἀ­λώ­βη­τη. Καί τήν κρά­τη­σαν ἀ­πό τό­σες καί τό­σες ἀν­τι­δρά­σεις.

Αὐ­τῶν τῶν με­γά­λων ἀ­γω­νι­στῶν τήν πί­στη μᾶς προ­τεί­νει ὁ θεῖ­ος Παῦ­λος νά μι­μη­θοῦ­με. Ὅ­ταν, ὅ­μως, ἀ­κοῦ­με αὐ­τή τήν προ­τρο­πή, ἕ­να ἐ­ρώ­τη­μα ἔρ­χε­ται στήν καρ­διά μας. Μά ἐ­μεῖς, οἱ τό­σο ἀ­δύ­να­μοι, ὀ­λι­γό­πι­στοι, πῶς μπο­ροῦ­με νά μι­μη­θοῦ­με τή φλο­γε­ρή πί­στη ἐ­κεί­νων τῶν Ἁ­γί­ων; Ἐ­μεῖς συ­χνά ζοῦ­με με­τα­ξύ ἀμ­φι­βο­λί­ας καί ὀ­λι­γο­πι­στί­ας. Μό­λις συ­ναν­τή­σου­με μιά μι­κρή δυ­σκο­λί­α, ἕ­να ἐμ­πό­διο, μί­α θλί­ψη, μί­α δο­κι­μα­σί­α, λυ­γί­ζου­με, τά χά­νου­με. Σή­με­ρα μά­λι­στα πού φου­σκώ­νει τό κῦ­μα τῆς ἀ­πι­στί­ας, σή­με­ρα πού ὁ ἄν­θρω­πος ἀμ­φι­βάλ­λει γιά κά­θε τί τό ὑ­περ­φυ­σι­κό, σή­με­ρα καί ἐ­μεῖς οἱ πι­στοί, πού ἐκ­κλη­σι­α­ζό­μα­στε, πού με­λε­τᾶ­με τήν Ἁ­γί­α Γρα­φή, μέ ὅ­σα ἀ­κοῦ­με γύ­ρω μας, μέ τά συν­θή­μα­τα τῆς ἀ­πι­στί­ας, συ­χνά τα­ρα­ζό­μα­στε.

Ἔρ­χε­ται κά­πο­τε καί ὁ ὕ­που­λος πει­ρα­σμός καί μᾶς σφυ­ρί­ζει στό αὐ­τί νά ἐγ­κα­τα­λεί­ψου­με τό θη­σαυ­ρό τῆς πί­στης, νά πα­ρα­με­ρί­σου­με ἀρ­χές καί ἰ­δα­νι­κά καί νά δου­λω­θοῦ­με στό κα­κό, νά γί­νου­με δοῦ­λοι τῆς ἁ­μαρ­τί­ας. Τό­τε νο­μί­ζου­με πώς εἴ­μα­στε ἐ­λεύ­θε­ροι, μπο­ροῦ­με νά κά­νου­με ὅ,τι θέ­λου­με, ὅ,τι δι­α­φη­μί­ζει ἡ μό­δα. Ξε­χνοῦ­με ἔ­τσι τά λό­για του Χρι­στοῦ μας: «Πᾶς ὁ ποι­ῶν τήν ἁ­μαρ­τί­αν, δοῦ­λός ἐ­στι τῆς ἁ­μαρ­τί­ας».

Καί σή­με­ρα, ὅ­μως, πού ἔ­χουν κα­τα­πα­τη­θῆ τά ἱ­ε­ρά καί τά ὅ­σια του Γέ­νους μας, ξα­να­κού­γε­ται ἡ φω­νή τοῦ Ἀ­πο­στό­λου πού μᾶς το­νί­ζει ὅ­τι ἀ­να­θε­ω­ροῦν­τες τήν ζω­ή καί τά ἔρ­γα τῶν ἁ­γί­ων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας, πρέ­πει καί μπο­ροῦ­με, καί στίς πιό δύσκο­λες στιγ­μές, νά ξα­να­ζων­τα­νέ­ψου­με μέ­σα μας τήν πί­στη. Καί θά τό πε­τύ­χου­με ἄν κα­τορ­θώ­σου­με νά ἀ­να­πλά­σου­με τήν ἐ­πο­χή πού ἔ­ζη­σαν.

Τα­ραγ­μέ­νη τό­τε ἡ ἐ­πο­χή τους μέ βα­σι­λεῖς καί ἄρ­χον­τες εἰ­δω­λο­λά­τρες, μέ κλη­ρι­κούς αἱ­ρε­τι­κούς, ἁρ­πα­κτι­κοί λύ­κοι μέ ἔν­δυ­μα προ­βά­του. Τα­ραγ­μέ­νη καί σή­με­ρα ἡ ἐ­πο­χή μας μέ αἱ­ρέ­σεις πού δι­εισ­δύ­ουν μέ­σα στή σύγ­χρο­νη πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κή κοι­νω­νί­α μας καί, μέ τρό­πο πει­στι­κό καί ἑλ­κυ­στι­κό, προ­βάλ­λουν τίς δι­ε­στραμ­μέ­νες δι­δα­σκα­λί­ες τους. Οἱ Πα­πι­κοί, οἱ Οὐ­νί­τες, οἱ Προ­τε­στάν­τες, οἱ Πεν­τη­κο­στια­νοί, οἱ μάρ­τυ­ρες τοῦ Ἰ­ε­χω­βᾶ, πού προ­σπα­θοῦν ὕ­που­λα νά προ­ση­λυ­τί­σουν ἀ­νύ­πο­πτους ἀλ­λά καί ἀ­νί­δε­ους συ­ναν­θρώ­πους μας. Ἔ­χουν πέ­ρα­σει πλέ­ον τίς 500 οἱ νε­ο­φα­νεῖς αἱ­ρέ­σεις καί πα­ρα­θρη­σκεῖ­ες πού δροῦν ἀ­νε­νό­χλη­τα στήν πα­τρί­δα μας τήν Ἑλ­λά­δα μέ τήν μορ­φή ἐ­πι­στη­μο­νι­κῶν, φι­λο­σο­φι­κῶν, ἀν­θρω­πι­στι­κῶν ἤ κοι­νω­νι­κῶν σω­μα­τεί­ων. Ὅ­ποι­ος μπλε­χτεῖ στά δί­χτυ­α τῶν αἱ­ρε­τι­κῶν ἀ­πο­κό­πτε­ται ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α καί βρί­σκε­ται ἔ­ξω ἀ­πό τό λυ­τρω­τι­κό χῶ­ρο τῆς χά­ρι­τός της.

Μά καί ὅ­λοι νά κλο­νι­σθοῦν, ἐ­μεῖς πρέ­πει νά μεί­νου­με ἑ­δραῖ­οι, ἀ­με­τα­κί­νη­τοι, ἀ­κλό­νη­τοι στήν πί­στη τῶν Πα­τέ­ρων μας πού καί σή­με­ρα ἔ­χου­με τό­σο ἀ­νάγ­κη.

Οἱ Ἅ­γιοι Πα­τέ­ρες, ἀ­γα­πη­τοί μου, ἔ­δω­σαν ἰ­δι­αί­τε­ρη βα­ρύ­τη­τα στό θέ­μα «αἵ­ρε­ση» καί ἀ­γω­νί­στη­καν μέ ὅ­λες τους τίς δυ­νά­μεις γιά νά κρα­τή­σουν ἀ­νό­θευ­τη τήν πί­στη στόν Τρι­α­δι­κό μας Θε­ό. Ἄς τούς πα­ρα­κα­λοῦ­με νά πρε­σβεύ­ουν γιά ὅ­λους μας, ὥ­στε νά μεί­νου­με στα­θε­ροί στήν πί­στη τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας μας. Ἀ­μήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου