Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2014

14 Δεκεμβρίου 2014 - Κυριακὴ ΙΑ΄ Λουκᾶ

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ
Ἀ­ριθ­μὸς 50
Κυ­ρια­κὴ ΙΑ΄ Λου­κᾶ
14 Δε­κεμ­βρί­ου 2014
Λου­κᾶ ιδ΄ 16 – 24, Ματ­θαί­ου κβ΄ 14

Σ’ ἕ­να δεῖ­πνο ἀλ­λι­ώ­τι­κο, ἀ­γα­πη­τοί μου ἀ­δελ­φοί, σ’ ἕ­να δεῖ­πνο τὸ ὁ­ποῖ­ο πα­ρο­μοι­ά­ζε­ται μὲ τὴ Βα­σι­λεί­α τῶν Οὐ­ρα­νῶν, προ­σκα­λεῖ τὸν ἄν­θρω­πο ἡ ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ. Στὴν τι­μη­τι­κὴ πρό­σκλη­ση ποὺ τοὺς ἀ­πευ­θύ­νει γιὰ συμ­με­το­χὴ στὸ ξε­χω­ρι­στὸ αὐ­τὸ δεῖ­πνο, οἱ προ­σκε­κλη­μέ­νοι μὲ εὔ­σχη­μο τρό­πο προ­φα­σί­ζον­ται καὶ ἐ­πι­κα­λοῦν­ται τὶς μέ­ρι­μνες τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς ζω­ῆς γιὰ ν’ ἀρ­νη­θοῦν νὰ πα­ρα­στοῦν. Τὸ χω­ρά­φι, ἡ ἀ­γο­ρὰ βο­δι­ῶν καὶ ὁ γά­μος, ἀ­πὸ εὐ­λο­γί­α τοῦ Θε­οῦ με­τα­τρά­πη­καν σὲ προ­φά­σεις γιὰ ν’ ἀ­πορ­ρί­ψει ὁ ἄν­θρω­πος τὸ με­γα­λεῖ­ο ποὺ τοῦ πρό­σφε­ρε ἡ θε­ϊ­κὴ ἀ­γά­πη.

Δι­και­ο­λο­γη­μέ­να, λοι­πόν, ὁ οἰ­κο­δε­σπό­της μό­λις ἀ­κού­ει τὶς φτη­νὲς δι­και­ο­λο­γί­ες ποὺ προ­βλή­θη­καν, ἐ­ξορ­γί­ζε­ται. Αὐ­τὸ συμ­βαί­νει για­τί ἡ τι­μὴ ποὺ κά­νει ὁ Θε­ὸς στὸν ἄν­θρω­πο νὰ τὸν κα­λέ­σει σὲ κοι­νω­νί­α μα­ζί του, συ­νι­στᾶ ἕ­να ἀ­νε­πα­νά­λη­πτο με­γα­λεῖ­ο, γιὰ τὴν ἄρ­νη­ση τοῦ ὁ­ποί­ου δὲν χω­ρεῖ κα­μί­α δι­και­ο­λο­γί­α. Πό­σο μᾶλ­λον οἱ τό­σο φθη­νὲς ποὺ ἐ­πι­κα­λοῦν­ται οἱ προ­σκε­κλη­μέ­νοι τῆς πε­ρι­κο­πῆς. Πα­ρό­μοι­ες αἰ­τιά­σεις ὅ­μως προ­βάλ­λον­ται καὶ σή­με­ρα γιὰ ν’ ἀρ­νοῦν­ται κά­ποι­οι νὰ συμ­με­τά­σχουν στὴν κοι­νω­νί­α ἀ­γά­πης ποὺ ἀ­νοί­γει ἐ­νώ­πιόν τους ἡ μη­τέ­ρα μας Ἐκ­κλη­σί­α. Δι­και­ο­λο­γί­ες γιὰ ἀ­σχο­λί­ες, οἱ ὁ­ποῖ­ες ἀ­φή­νουν τὸν ἄν­θρω­πο κα­θη­λω­μέ­νο καὶ ἐγ­κλω­βι­σμέ­νο στὰ ὑ­λι­κὰ ἀ­γα­θά, προ­τάσ­σον­ται συ­νή­θως γιὰ νὰ μᾶς ἀ­φή­νουν μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸ Εὐ­χα­ρι­στια­κὸ Δεῖ­πνο, μα­κριά ἀ­πὸ τὸν Ἄρ­το τῆς Ζω­ῆς, τὸ Οὐ­ρά­νιο Μάν­να, ποὺ μᾶς τρέ­φει πνευ­μα­τι­κὰ καὶ μᾶς ἐν­τάσ­σει στὸ χῶ­ρο τῆς θεί­ας ζω­ῆς. Οἱ ἀ­σφυ­κτι­κοὶ ρυθ­μοὶ τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα­ς ποὺ πε­ρι­σφίγ­γουν τὸν ἄν­θρω­πο σή­με­ρα, τὸν ἔ­χουν με­τα­τρέ­ψει δυ­στυ­χῶς σ’ ἕ­να κα­τευ­θυ­νό­με­νο μη­χά­νη­μα. Δὲν τοῦ ἐ­πι­τρέ­πουν νὰ ἔ­χει οὔ­τε πρό­σω­πο οὔ­τε ταυ­τό­τη­τα. Ἡ ἐρ­γα­σί­α ἀ­πὸ εὐ­λο­γί­α ἔ­χει με­τα­τρα­πεῖ σὲ δου­λεί­α, πα­ρα­μέ­νον­τας καὶ αὐ­τὴ ἀ­πο­ψι­λω­μέ­νη ἀ­πὸ τὸ βα­θύ­τε­ρο νό­η­μα καὶ πε­ρι­ε­χό­με­νό της. Καὶ ὄ­χι μό­νο αὐ­τό. Ἀ­φή­νου­με τὴν ἐρ­γα­σί­α νὰ λει­τουρ­γεῖ ὡς πρό­φα­ση γιὰ νὰ ἀ­πορ­ρί­ψου­με ἀ­πὸ τὴ ζω­ή μας τὸ με­γα­λεῖ­ο τῶν θεί­ων δω­ρε­ῶν καὶ εὐ­λο­γι­ῶν ποὺ ξε­δι­πλώ­νει ἐ­νώ­πιόν μας ἡ ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ.

Ὅ­λες οἱ δι­και­ο­λο­γί­ες καὶ οἱ προ­φά­σεις, οἱ ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κές μας ἐ­να­σχο­λή­σεις καὶ ἄλ­λα πολ­λὰ ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ἐ­πι­κα­λού­μα­στε, με­τα­τρέ­πον­ται ἀ­πὸ εὐ­λο­γί­α σὲ κα­τά­ρα, ὄ­τα­ν ἐ­πι­τρέ­που­με νὰ πα­ρεμ­βάλ­λον­ται ὡς τρο­χο­πέ­δη στὸν πνευ­μα­τι­κό μας ἀ­γῶ­να καὶ στὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ ἔλ­θου­με σὲ κοι­νω­νί­α μὲ τὸν Θε­ό. Αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς τὸ βι­ώ­νου­με ὡς ἐ­φιά­λτη σή­με­ρα μέ­σα ἀ­πὸ τὰ ἀ­δι­έ­ξο­δα ποὺ προ­κα­λεῖ ἡ οἰ­κο­νο­μι­κὴ κρί­ση, ἡ ὁ­ποί­α στὸ βά­θος της εἶ­ναι πνευ­μα­τι­κὴ κρί­ση, κρί­ση προ­σώ­πων.

Πα­ρὰ τὰ ὅ­ποι­α ἐμ­πό­δια καὶ τὶς ὅ­ποι­ες ἀν­θρώ­πι­νες αἰ­τιά­σεις, τὸ δεῖ­πνο δὲν ἀ­να­βάλ­λε­ται. Ἡ ἀν­θρώ­πι­νη κα­κί­α συν­θλί­βε­ται μπρο­στὰ στὸ με­γα­λεῖ­ο τῆς ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στης θε­ϊ­κῆς ἀ­γά­πης. Τὸ σχέ­διο τοῦ Θε­οῦ γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α τοῦ ἀν­θρώ­που δὲν μπο­ρεῖ νὰ μα­ται­ω­θεῖ, ὅ­σο καὶ ἂν τὸ κα­κὸ θε­ρι­εύ­ει καὶ ὑ­ψώ­νε­ται στὴν κα­θη­με­ρι­νὴ ζω­ή. Εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ ὅ­τι ὁ οἰ­κο­δε­σπό­της πα­ραγ­γέλ­λει στὸν ὑ­πη­ρέ­τη του νὰ κα­λέ­σει στὸ δεῖ­πνο ὅ­σους οἱ φα­ρι­σαῖ­οι ἄ­φη­ναν ἔ­ξω ἀ­πὸ αὐ­τὸ καὶ τοὺς ἀ­πέ­κλειαν ὡς ἀ­νά­ξιους τῆς ἀ­γά­πης τοῦ Θε­οῦ. Ἀ­κρι­βῶς, ἡ δεύ­τε­ρη ἀ­πο­στο­λὴ τοῦ δού­λου ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πό­λη, συμ­βο­λί­ζει τὴν πρό­σκλη­ση τοῦ Θε­οῦ πρὸς τοὺς ἐ­θνι­κούς, τὸν εἰ­δω­λο­λα­τρι­κὸ κό­σμο, γιὰ νὰ ἐγ­κολ­πω­θεῖ τὸ εὐ­αγ­γε­λι­κὸ μή­νυ­μα. Ἀ­πὸ μί­α τέ­τοι­α ἐ­ξέ­λι­ξη ἀ­να­δει­κνύ­ε­ται καὶ ἡ οἰ­κου­με­νι­κό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ὡς δύ­να­μη καὶ ζω­ὴ ποὺ ἀγ­κα­λιά­ζει δι­ά­πλα­τα ὅ­λον τὸν κό­σμο.

Ἀ­γα­πη­τοὶ μου ἀ­δελ­φοί, τὸ τρα­πέ­ζι τῆς θεί­ας ἀ­γά­πης εἶ­ναι πάν­το­τε ἀ­νοι­κτό. Ὁ Θε­ὸς σὲ κά­θε τό­πο καὶ κά­θε ἐ­πο­χὴ στέλ­νει τοὺς ἐρ­γά­τες τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου γιὰ νὰ κα­λέ­σουν ὅ­λους νὰ συμ­με­τά­σχουν σ’ αὐ­τό. Τὸ Εὐ­χα­ρι­στια­κὸ Δεῖ­πνο, ἡ Θεί­α Κοι­νω­νί­α, τρέ­φει πνευ­μα­τι­κὰ τὸν ἄν­θρω­πο καὶ τὸν ἀ­φή­νει νὰ ἀ­κτι­νο­βο­λεῖ ὡς ὕ­παρ­ξη χρι­στο­ει­δής. Ἡ συμ­με­το­χὴ σ’ αὐ­τὸ ὄ­χι μό­νο δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἐμ­πο­δί­ζε­ται ἀ­πὸ τὶς δι­ά­φο­ρες μέ­ρι­μνες τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας, ἀλ­λὰ προσ­δί­δει καὶ ἕ­να βα­θύ­τε­ρο νό­η­μα καὶ πε­ρι­ε­χό­με­νο σ’ αὐ­τές. Τὸ πα­ρά­δειγ­μα τῶν ἁ­γί­ων ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν πιὸ ἰ­σχυ­ρὴ μαρ­τυ­ρί­α. Ὅ­λη τὴ ζω­ὴ τοὺς οἱ ἅ­γιοι τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας τὴν ἀν­τι­πρό­σφε­ρα­ν εὐ­χα­ρι­στια­κὰ στὸν Θε­ὸ καὶ γι’ αὐ­τὸ κα­τα­ξι­ώ­θη­καν τῆς οὐ­ρά­νιας μα­κα­ρι­ό­τη­τας. Ἂς ἀ­κο­λου­θή­σου­με κι ἐ­μεῖς τὸ δι­κό τους πα­ρά­δειγ­μα καὶ ἄς τοὺς μι­μη­θοῦ­με στὴ ζω­ή μας. Ἀ­μήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου