Παρασκευή 16 Μαΐου 2014

18 Μαΐου 2014 - Κυριακὴ Ε΄ τῆς Σαμαρείτιδος

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ
Ἀ­ριθ­μὸς 20
Κυ­ρια­κὴ Ε΄ τῆς Σα­μα­ρεί­τι­δος
18 Μα­ΐ­ου 2014
Ἰ­ω­άν­νου δ΄, 5-42

Χρι­στὸς Ἀ­νέ­στη!

Ἡ ἀ­να­κά­λυ­ψη τοῦ βα­θύ­τε­ρου νο­ή­μα­τος τῆς ζω­ῆς, ἀ­γα­πη­τοὶ μου ἀ­δελ­φοί, περ­νᾶ μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ἀ­λή­θεια τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ὅ­πως μᾶς τὴν ἀ­πο­κα­λύ­πτει ὁ ἴ­διος ὁ Κύ­ριος. Ἡ ση­με­ρι­νὴ εὐ­αγ­γε­λι­κὴ πε­ρι­κο­πὴ μᾶς βά­ζει ἀ­κρι­βῶς μπρο­στὰ ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ με­γά­λη πρό­κλη­ση. Νὰ ἀ­νοί­ξου­με τὸν ἑ­αυ­τό μας, νὰ τὸν κα­τα­στή­σου­με δι­ά­φα­νο, γιὰ νὰ δε­χθεῖ τὴ με­γά­λη ἀ­λή­θεια τῆς ζω­ῆς, ἡ ὁ­ποί­α εἶ­ναι ἐ­κεί­νη ποὺ σώ­ζει καὶ ἀ­νε­βά­ζει τὸν ἄν­θρω­πο στὶς πιὸ ψη­λὲς πνευ­μα­τι­κὲς κο­ρυ­φο­γραμ­μές.

Χρο­νι­κὰ καὶ ἐ­ορ­το­λο­γι­κὰ βρι­σκό­μα­στε στὸ μέ­σο πε­ρί­που τῆς πο­ρεί­ας μας πρὸς τὴν Πεν­τη­κο­στή. Εἶ­ναι ἴ­σως ἡ πιὸ κα­τάλ­λη­λη στιγ­μὴ γιὰ νὰ γί­νου­με κοι­νω­νοὶ τῆς ἀ­πο­κά­λυ­ψης ποὺ ὁ ἴ­διος ὁ Κύ­ριος κά­νει στὴ συ­νάν­τη­σή του μὲ τὴ Σα­μα­ρεί­τι­δα. Ὅ­τι δη­λα­δὴ ὁ ἴ­διος εἶ­ναι τὸ «ὕ­δωρ τὸ ζῶν», τὸ «ἀλ­λό­με­νον εἰς ζω­ὴν αἰ­ώ­νιον». Μί­α ἀ­λή­θεια, ἡ ὁ­ποί­α ἐ­πι­βάλ­λε­ται νὰ ἀγ­γί­ξει ὑ­παρ­κτι­κὰ τὸν ἄν­θρω­πο καὶ νὰ τὸν ἀ­πο­γει­ώ­σει, νὰ τὸν ἀ­νυ­ψώ­σει πνευ­μα­τι­κά.

Ὁ Χρι­στὸς στὸ πρό­σω­πο τῆς γυ­ναί­κας ἐ­κεί­νης, τῆς Σα­μα­ρεί­τι­δας – ἡ ὁ­ποί­α ἦ­ταν καὶ ἀλ­λο­ε­θνὴς καὶ κου­βα­λοῦ­σε κοι­νω­νι­κὰ καὶ ἐ­θνι­κὰ στίγ­μα­τα – συ­ναν­τᾶ τὸν κά­θε ἄν­θρω­πο, τὸν κα­θέ­να ἀ­πὸ μᾶς ξε­χω­ρι­στά. Μᾶς ἀ­πο­κα­λύ­πτει συγ­κλο­νι­στι­κὲς ἀ­λή­θει­ες. Δὲν εἶ­ναι ἁ­πλὰ μί­α πε­ρί­πτω­ση ἑ­νὸς Ἰ­ου­δαί­ου ποὺ συ­ζη­τᾶ μὲ μί­α Σα­μα­ρεί­τισ­σα.

Εἶ­ναι ὁ Υἱ­ὸς τοῦ Θε­οῦ, ὁ Σω­τή­ρας τοῦ κό­σμου ποὺ ἐ­πι­κοι­νω­νεῖ μὲ ὅ­λους. Ἀ­κό­μα καὶ μὲ τοὺς πιὸ πε­ρι­φρο­νη­μέ­νους τοῦ κό­σμου, γιὰ νὰ προ­σφέ­ρει ἀ­φει­δώ­λευ­τα τὴν ἀ­γά­πη καὶ τὴν Χά­ρη του. Ἡ ἀ­λή­θειά του ποὺ εἶ­ναι ἡ ἴ­δια ἡ ζω­ή, ρέ­ει ἀ­πὸ τὴν πα­ρου­σί­α του ὡς ὕ­δωρ ζῶν, ποὺ ξε­δι­ψᾷ πραγ­μα­τι­κὰ τὸν κά­θε ἄν­θρω­πο, ὅ­σο κου­ρα­σμέ­νος, ὅ­σο τα­λαι­πω­ρη­μέ­νος καὶ ἂν εἶ­ναι. Κα­τα­ξι­ώ­νει τὸν κα­θέ­να μας ὡς «πρό­σω­πο», μὲ τὴν ἰ­δι­αί­τε­ρη ἀ­ξί­α καὶ πνευ­μα­τι­κὴ ἀρ­χον­τιά του.

Ἀγ­γί­ζει πιὸ πο­λὺ τὸ ση­με­ρι­νὸ ἄν­θρω­πο ποὺ πε­ρι­πλα­νᾶ­ται ἀ­πὸ ἀ­δι­έ­ξο­δο σὲ ἀ­δι­έ­ξο­δο καὶ βρί­σκε­ται μο­νί­μως ἀ­πο­προ­σα­να­το­λι­σμέ­νος, χω­ρὶς τὴν πυ­ξί­δα τῆς ζω­ῆς, ποὺ εἶ­ναι ὁ ἴ­διος ὁ Χρι­στὸς καὶ ἡ Ἐκ­κλη­σί­α του. Ἡ ἰ­σχυ­ρὴ βε­βαι­ό­τη­τα ποὺ ἔ­χου­με ἀ­πὸ τὴν εὐ­αγ­γε­λι­κὴ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὅ­τι ὁ Χρι­στὸς πε­ρι­μέ­νει σὲ κά­θε στιγ­μὴ τῆς ζω­ῆς μας γιὰ νὰ μᾶς συ­ναν­τή­σει.

Σύμ­φω­να μὲ τὴν Ἀ­πο­κά­λυ­ψη «ἵ­στα­ται ἐ­πὶ τὴν θύ­ραν καὶ κρού­ει». Μᾶς κα­λεῖ ὅ­λους καὶ τὸν κα­θέ­να ξε­χω­ρι­στά, προ­σω­πι­κά. «Τὰ ἴ­δια πρό­βα­τα φω­νεῖ κὰ­τ’ ὄ­νο­μα», γιὰ νὰ γί­νου­με δέ­κτες τῆς προ­σφο­ρᾶς τῆς θε­ϊ­κῆς του ἀ­γά­πης.

Ὁ Χρι­στὸς κά­θε­ται στὸ πη­γά­δι τοῦ Ἰ­α­κὼβ καὶ συ­ζη­τεῖ μὲ τὴ Σα­μα­ρεί­τι­δα, τὴν ἄ­γνω­στη, τὴ στιγ­μα­τι­σμέ­νη καὶ ἀ­νώ­νυ­μη μέ­χρι τό­τε ἐ­κεί­νη γυ­ναῖ­κα. Τῆς ζη­τᾶ νε­ρό. Ὁ Κύ­ριος ζη­τᾶ ἀ­πὸ ὅ­λους μας κά­ποι­ες κι­νή­σεις, κά­ποι­ες ἐ­νέρ­γει­ες. Ζη­τᾶ τὴν προ­σφο­ρὰ τῆς δι­κῆς μας ἀ­γά­πης γιὰ νὰ ἀ­πο­τολ­μή­σου­με τὴν ἔ­ξο­δο ἀ­πὸ τὸ ἐ­γὼ καὶ τὸν ἀ­το­μι­κι­σμό μας.

Ἰ­δι­αί­τε­ρα μά­λι­στα σή­με­ρα ποὺ ἔ­χου­με ἐγ­κα­τα­λεί­ψει ἄ­σπλα­χνα τὸν ἑ­αυ­τό μας στὰ ἀ­σφυ­κτι­κὰ γρα­νά­ζια τῆς ἐ­γω­κεν­τρι­κό­τη­τας, ἡ ἀν­τα­πό­κρι­σή μας στὴν πρό­σκλη­ση τοῦ Κυ­ρί­ου νὰ συ­ναν­τη­θοῦ­με μα­ζί του καὶ νὰ ξε­δι­ψά­σου­με ἀ­πὸ τὴν ἀ­λή­θειά του, εἶ­ναι ἄ­κρως ση­μαν­τι­κή.

Ὅ­πως καὶ ἐ­μεῖς πολ­λὲς φο­ρὲς σή­με­ρα, ἔ­τσι καὶ ἡ Σα­μα­ρεί­τισ­σα τό­τε λει­τούρ­γη­σε στὴν ἀρ­χὴ πε­ρισ­σό­τε­ρο νο­η­σι­αρ­χι­κά, ὅ­ταν ὁ Χρι­στὸς τῆς ζή­τη­σε νε­ρὸ ποὺ ἀν­τλοῦ­σε ἀ­πὸ τὸ βα­θὺ πη­γά­δι. Τὸ μυα­λὸ ὑ­πέ­βαλ­λε ὅ­τι ὁ Ἰ­ου­δαῖ­ος εἶ­ναι ἐ­χθρὸς καὶ σὲ κα­μιὰ πε­ρί­πτω­ση δὲν ἄ­ξι­ζε τῆς ὁ­ποι­ασ­δή­πο­τε προ­σφο­ρᾶς.

Ὁ Χρι­στὸς ὅ­μως θέ­λει νὰ τῆς προ­σφέ­ρει τὸ ἀ­λη­θι­νὸ φῶς τῆς ζω­ῆς. Μέ­σω τοῦ δι­α­λό­γου ποὺ ἔ­χει μα­ζί της, δί­νει τὴ δυ­να­τό­τη­τα στὴ γυ­ναῖ­κα νὰ συ­ναι­σθαν­θεῖ τὴν ψυ­χι­κή της κα­τά­στα­ση, τὴν ἁ­μαρ­τω­λό­τη­τά της. Ἔ­τσι ὁ­δη­γεῖ­ται στὸ γκρέ­μι­σμα τοῦ τεί­χους τοῦ ἐ­γω­ι­σμοῦ ποὺ ἦ­ταν μέ­χρι τό­τε ἀ­δι­α­πέ­ρα­στο. Σὲ ση­μεῖ­ο μά­λι­στα ποὺ νὰ βλέ­πει τώ­ρα κα­θα­ρὰ μὲ τὰ μά­τια τῆς ψυ­χῆς της. Ἀ­να­γνω­ρί­ζει, λοι­πόν, τὶς προ­φη­τι­κὲς ἱ­κα­νό­τη­τες τοῦ συ­νο­μι­λη­τῆ της. Κα­τα­ξι­ώ­νε­ται νὰ γί­νει δέ­κτης τῆς πιὸ με­γά­λης ἀ­πο­κά­λυ­ψης: τῆς Θε­ό­τη­τας τοῦ Κυ­ρί­ου. «Ἐ­γὼ εἰ­μὶ ὁ λα­λῶν σοί».

Ἀ­γα­πη­τοὶ μου ἀ­δελ­φοί, ὁ Χρι­στὸς αὐ­τὸ ποὺ μᾶς ζη­τᾶ εἶ­ναι νὰ ἀ­νοί­ξου­με τὴν καρ­διά μας γιὰ νὰ δε­χό­μα­στε τὴν ἀ­γά­πη του. Ὅ­ταν τὴν ὕ­παρ­ξή μας κα­ταυ­γά­ζει ἡ θεί­α πα­ρου­σί­α, τό­τε αἰ­σθα­νό­μα­στε τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ λα­τρεύ­ου­με ἀ­λη­θι­νὰ τὸν Θε­ό. Ἡ ἀ­λη­θι­νὴ λα­τρεί­α, ὅ­πως μᾶς δι­α­βε­βαι­ώ­νει ὁ Χρι­στὸς εἶ­ναι ἡ «ἐν Πνεύ­μα­τι καὶ ἀ­λη­θεί­ᾳ». Εἶ­ναι ἡ γεύ­ση ὅ­τι ἡ ὕ­παρ­ξή μας ἀ­να­και­νί­ζε­ται ἀ­πὸ τὴν πα­ρου­σί­α τῆς ἀ­γά­πης του. Με­τα­βάλ­λε­ται σὲ Χρι­στο­ει­δή, μὲ ὅ­λη τὴν πνευ­μα­τι­κὴ ἀ­κτι­νο­βο­λί­α ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ἐκ­πέμ­πει. Ἀ­μήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου